Πνευματικα
Μηνυματα
Ἀποσπάσματα ἀπό τούς λόγους τοῦ π. Συμεών

Ὁ Θεός μᾶς ἔβαλε στόν κόσμο αὐτό μέ ὑποχρεώσεις, καί, θέλουμε δέν θέλουμε, πρέπει νά ζήσουμε καί νά φτάσουμε στό τέλος. Ἀλλά διά μέσου ὅλων αὐτῶν ὁ Κύριος θά μᾶς ἁγιάσει. Νά ἀφηνόμαστε στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ἐμᾶς ἔχει ὡς κύριο ἔργο του. Ἑπομένως, ἐμεῖς φτωχά-φτωχά μπορεῖ νά ποῦμε, νά κάνουμε, νά βιώσουμε κάτι, ὅμως ὁ Θεός πού κυβερνάει, ὅλα αὐτά τά μπολιάζει ἤ, καλύτερα, τά ἐμποτίζει μέ τή χάρη του. Ἔτσι, ὅλα ἔχουν ἕνα βαθύτερο περιεχόμενο, σημαίνουν πολύ περισσότερο ἀπό ὅσο μποροῦμε ἐμεῖς νά καταλάβουμε καί πᾶνε πολύ πιό πέρα ἀπό ὅ,τι μποροῦμε νά ὑποψιαστοῦμε. Δές πόσες φορές σέ ἔσωσε ὁ Θεός, σέ γλίτωσε, σέ πρόλαβε, σέ ἀνέχτηκε, καί δέν σέ συνερίστηκε ὥστε νά σέ χτυπήσει κατακέφαλα. Τά βλέπεις τώρα ὅλα μέσα στό φῶς τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ καί λές: «Πώ πώ! Ποῦ νά καταλάβω ἐγώ τότε!» Ὁ Θεός ὅμως πού ἤξερε ὅτι δέν καταλάβαινες, σέ περίμενε.

Ὅλοι ἔχουμε τήν τάση νά νιώθουμε σιγουριά. Εἶναι ὅμως πολύ ὠφέλιμο ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως νά εἴμαστε ἐν ἐκκρεμότητι σ’ αὐτή τή ζωή καί νά ἐξαρτόμαστε ἀπό τόν Θεό. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στόν Θεό καί κρέμεται ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά συνεργαστεῖ μέ τόν ἄνθρωπο πού καλοβολεύτηκε ἐδῶ σ᾿ αὐτή τή ζωή, πού σιγουρεύεται καί τακτοποιεῖται ἀνθρωπίνως, διότι αὐτός δέν εὐκαιρεῖ νά προσέξει τόν Θεό. Αὐτός κοιτάζει μήν τυχόν χαλάσει τό βόλεμά του. Ὁ Θεός συνεργάζεται μέ τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν ἐκκρεμότητι· καί ὄχι ἁπλῶς εἶναι ἐν ἐκκρεμότητι, ἀλλά συγχρόνως ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στόν Θεό. Τότε ὁ Θεός συνεργάζεται καί κάνει θαύματα, τά ὁποῖα δέν πολυφαίνονται. j j Συχνά, ὅταν τά πρακτικά θέματα εἶναι ἐν ἐκκρεμότητι, τά πνευματικά πᾶνε καλύτερα.

Ὅταν μπεῖ κανείς στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, κάποια ὥρα θά ἔρθουν ἔτσι τά πράγματα, πού θά φανεῖ ὅτι δέν ἀντέχει ἄλλο ἡ ψυχή. Ἄλλο εἶναι νά λέμε λόγια, καί ἄλλο εἶναι νά ἔρθει ἡ ὥρα νά τό βιώσει κανείς ἔτσι, νά κληθεῖ νά σηκώσει αὐτόν τόν σταυρό. Καί αὐτό δέν λέγεται τώρα γιά νά τρομάξει κανείς, ἀλλά οὔτε καί συμβαίνει ὁπωσδήποτε σέ ὅλες τίς ψυχές. Ὅταν μιά ψυχή εἶναι ταπεινή, ἔρχονται ὁμαλά ὅλα, καί προχωρεῖ ἥσυχα. Νά ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας ὅτι πάντοτε μέ τόν σταυρό ὑπάρχουν καί τά λουλούδια. Δέν εἶναι δηλαδή σκέτος, ἄχαρος ὁ σταυρός, ἀλλά ἔχει κάτι τό γλυκό, κάτι τό πολύ χαρούμενο. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν θέλει νά θλιβεῖ, νά πονέσει, νά σταυρωθεῖ, τόσο εἶναι δυστυχισμένος. Ὅσο περισσότερο σταυρώνεται κανείς –ὅσο περισσότερο πονάει, θλίβεται γιά τήν ἁμαρτία– τόσο βγαίνει στή χαρά· λυτρώνεται, ἐλευθερώνεται καί ἀγαλλιᾶ.

Στήν καθημερινή ζωή, καθώς θά πάρουμε τήν ἀπόφαση καί θά ξεκινήσουμε νά βαδίσουμε κάποιον δρόμο, κάποια στιγμή θά κουραστοῦμε, θά αἰσθανθοῦμε ἀδύναμοι· περπατώντας θά ἀρχίσουν νά βγαίνουν καί ἄλλα –ὅτι πονοῦν λίγο τά πόδια μας, ἡ μέση μας– καί ἀκόμη πιό πολύ θά διαπιστώσουμε τήν ἀδυναμία μας. Στήν πνευματική πορεία αὐτό σημαίνει ὅτι θά διαπιστώσουμε πώς ἔχουμε πολύ περισσότερο ἐγωισμό ἀπ᾿ ὅ,τι νομίζαμε, εἴμαστε πολύ πιό ἀμετανόητοι ἀπ᾿ ὅ,τι νομίζαμε, πιό ἀναίσθητοι καί χαλαροί –πολύ εὔκολα μᾶς πιάνει ἡ πνευματική ἀνορεξία– ἀπ᾿ ὅ,τι νομίζαμε. Ὅλα αὐτά πρέπει πολύ συγκεκριμένα καί πολύ ἐπίμονα, σάν νά ματώνεις, ἕνα-ἕνα νά τά ξεπερνᾶς. Ἔτσι ἀπαρνεῖσαι τόν ἑαυτό σου. Καί ἔρχεται ἡ ὥρα πού ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ζεσταίνει τήν ψυχή, σοῦ δίνει ἐνθουσιασμό, τά κάνει ὅλα πολύ ἐλαφρά, πολύ εὔκολα, πολύ ἁπλά. Ἀλλά χρειάζεται στήν ἀρχή νά ματώσεις.

Ὁ Χριστός εἶπε στόν Πέτρο: «Ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν». Ὁ Πέτρος ἀποκρίθηκε: «Ὅλη τή νύχτα δέν πιάσαμε τίποτε. Ἐπειδή ὅμως μοῦ τό λές ἐσύ, τώρα θά ξαναρίξω τό δίχτυ». Καί ἔπιασε ψάρια πολλά. Νά, ἔτσι ἁπλά εἶναι τά πράγματα. Μέσα ἀπό τίς ἁπλές λέξεις καί ἐνέργειές μας ἀποδεικνύεται ὅτι ἐνεργοῦμε ἤ δέν ἐνεργοῦμε σωστά, παίρνουμε ἤ δέν παίρνουμε σωστή στάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀνταποκρινόμαστε σ᾿ αὐτά πού λέει ἤ ὄχι. Τελικά σωζόμαστε ἤ δέν σωζόμαστε. Στήν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι παρών ὁ Κύριος. Μή δυσκολεύεσαι νά συνειδητοποιήσεις καί νά ὁμολογήσεις τήν ἀπραξία σου, τήν ἀποτυχία σου, καί ἀκριβῶς αὐτό νά σέ κάνει ἀκόμη πιό πολύ νά πιστεύεις σ᾿ αὐτά πού σοῦ λέει ὁ Κύριος: «Μήν ἀπελπίζεσαι, μήν τά βλέπεις τά πράγματα μέσα ἀπό τίς δικές σου ἐπιτυχίες ἤ ἀποτυχίες. Ἄκου τί σοῦ λέω ἐγώ, καί πρόθυμα προσπάθησε πάλι».

Διαβάζουμε στόν βίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». Εἶναι πολύ δύσκολο αὐτό. Θέλει πολλή τόλμη, πολύ κουράγιο. Πρέπει πολύ κανείς νά ἔχει μυηθεῖ σ᾿ αὐτά, γιά νά κρατάει τόν νοῦ του στόν ἅδη. Νά πιστεύει δηλαδή ὅτι εἶναι γιά τόν ἅδη καί σάν νά εἶναι ἕτοιμος νά πέσει μέσα στόν ἅδη, ἀλλά συγχρόνως νά μήν ἀπελπίζεται. Οἱ ἅγιοι τό ἔκαναν αὐτό· ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά τά καταλάβουμε αὐτά. Δυστυχῶς, πιάνουμε ἐντελῶς τό ἄλλο ἄκρο. Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνος αὐτός ὁ χριστιανισμός ὁ σημερινός, πού βολεύεται κανείς. Δηλαδή κρατάει μόνο ὅ,τι τόν εὐχαριστεῖ, ὅ,τι εἶναι εὔκολο νά κάνει καί αὐτό κάνει. Ὅ,τι τόν ξεβολεύει, ὅ,τι, ἄν ἐπιτρέπεται νά πῶ, τόν ξεζουμίζει, τό ἀποφεύγει. Καί ἔτσι ἔχουμε ἕναν χριστιανισμό βολέματος. Καί ἀλίμονο. Δέν ἔχουμε χάρη Θεοῦ.

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν προκόπτουμε πνευματικά –δέν ζωντανεύει ἡ ψυχή μας, δέν ἔρχεται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μέσα μας νά μᾶς ξεσηκώσει– γιατί πολύ τσιγκούνικα ἀνταποκρινόμαστε. «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν»: αὐτό θέλει ὁ Κύριος· δέν μπορεῖς ἀλλιῶς νά πᾶς στόν Κύριο. Αὐτό εἶναι ἡ ὅλη ἄσκηση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὅμως σάν νά μήν τό καταλαβαίνει κανείς αὐτό, σάν νά μή θέλει νά τό καταλάβει. Οἱ χριστιανοί θέλουν νά τά ἔχουν καλά μέ τόν Χριστό, ἀλλά χωρίς νά τούς στοιχίσει καθόλου. Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πτώση κουλουριάστηκε στόν ἑαυτό του· τόν ἔχει περί πολλοῦ, μήν τυχόν τόν χάσει. Ἄν θέλεις νά βάλεις ἀρχή, θά προσέξεις αὐτό: «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Αὐτό δέν γίνεται ἁπλῶς μέ τό νά ἔχεις καλή σκέψη. Θά δεῖς στήν πράξη ὅτι σοῦ στοιχίζει. Τό ἐγώ σου μέ τίποτε δέν τό θέλει. Ἔχει βουτήξει κανείς κατά τέτοιον τρόπο μέσα στήν ἁμαρτία, πού δέν θέλει νά ξεπεράσει τόν ἑαυτό του. Πρέπει ὅμως.