Κυριακοδρομιο
A+
A
A-

91. Κυριακή Γ’ Λουκᾶ (7, 11-16) Ἡ ἀνάστασις τοῦ νέου τῆς Ναΐν

Κυριακή Γ’ Λουκᾶ

(7, 11-16)

 

Ἡ ἀνάστασις τοῦ νέου τῆς Ναΐν

 

Ἡ εὐαγγελική περικοπή σήμερα εἶναι ἀπό τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο καί ἀναφέρεται ὅπως ἀκούσαμε στήν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἀπό τήν Ναΐν.

Λέει λοιπόν ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς· «Ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν… τῇ μητρὶ αὐτοῦ». Ἔχουμε ἐδῶ στήν εὐαγγελική περικοπή τό γεγονός αὐτό τοῦ θανάτου, πού ὅλοι, θέλουμε δέν θέλουμε, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς ἔχουμε πείρα. Ὄχι μόνον ὅτι βλέπουμε συχνά νά πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι, ὄχι μόνον πεθαίνουν δικά μας ἀγαπητά πρόσωπα, ἀλλά νιώθουμε νά πλησιάζει καί ἡ δική μας ἡμέρα, ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου μας.

 

Τό μυστήριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου

 

Καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ θάνατος κυρίως εἶναι τό πιό φοβερό γιά τόν ἄνθρωπο, τό ὁποῖο φοβίζει καί ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο. Κατά κάποιο τρόπο δέν τόν ἀφήνει νά χαρεῖ, νά εὐχαριστηθεῖ, νά ἀπολαύσει τά ὅποια ἀγαθά του. Σ᾿ ὅποια κατάσταση κι ἄν εἶναι ὁ καθένας, θέλει δέν θέλει, αἰσθάνεται, νιώθει ὅτι κάπου παραμονεύει ὁ θάνατος, ὅπου νά ᾿ναι ἔρχεται ὁ θάνατός του, αὐτό τό φοβερό γεγονός.

Πῶς γίνεται τώρα νά ἔχει ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά γίνουν ἔτσι τά πράγματα; Ὁ ἀγαθός Θεός, ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ ὅλος ἀγάπη Θεός, ὁ ὁποῖος, ἄν μποροῦμε ἔτσι ἀνθρωποπαθῶς νά μιλήσουμε, δέν ξέρει τί θά πεῖ θάνατος, ἀλλά πάντοτε ζεῖ, πάντοτε ὑπάρχει ὁ Θεός καί δέν ἔχει κανένα φόβο θανάτου. Καί εἶναι ἀπόλυτη, ἄν μποροῦμε νά ποῦμε, ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ἐντελῶς-ἐντελῶς ξένος ὁ Θεός πρός τόν θάνατο, πρός τόν φόβο, πρός τόν πόνο, ἐντελῶς ξένος. Ὄχι ὅτι δέν γνωρίζει ἀπό πλευρᾶς γνώσεως τί εἶναι θάνατος καί τί εἶναι πόνος καί τί εἶναι φθορά, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός οὐδέποτε ἐδοκίμασε καί οὐδέποτε θά δοκιμάσει, νά ποῦμε ἔτσι, τόν θάνατο, ὅλο αὐτό τό κακό ὡς Θεός.

Πῶς ὁ ἀγαθός Θεός πού τά ἔχει ὅλα στά χέρια του, πού ὅλα προέρχονται ἀπ᾿ αὐτόν, πῶς ὁ Θεός ὁ φιλάνθρωπος πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο γιά νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι εἶναι κι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, νά χαίρει κι ὁ ἄνθρωπος μαζί μέ τόν Θεόν καί νά ἔχει κι ὁ ἄνθρωπος μέσα του ζωή καί κανένα φόβο θανάτου καί κανένα φόβο φθορᾶς καί κανένα φόβο πόνου, πῶς ἀνέχεται τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου;

 

Ἀλίμονο σ᾿ ἐκεῖνον πού δέν θά ἐμβαθύνει στό μυστήριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου

 

Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο καί ἀλίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν θά θελήσει νά μελετήσει καί νά ἐμβαθύνει σ᾿ αὐτό τό μυστήριο, τό μυστήριο τῆς ζωῆς, τό μυστήριο τοῦ θανάτου, τό ὅλο μυστήριο αὐτό, πῶς εἶναι ἔτσι ἡ ζωή. Ἀλίμονο σ᾿ ἐκεῖνον πού δέν θά μελετήσει καί δέν θά μυηθεῖ στό μυστήριο αὐτό, δέν θά τό καταλάβει καί θά ἄγεται καί θά φέρεται ἔτσι ἤ ἀλλιῶς. Διότι ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη γιά τήν αἰωνιότητα, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη γιά τήν ἀπόλυτη χαρά καί εὐτυχία, ἔχει σπέρματα αὐτῆς τῆς πραγματικότητος μέσα του, σπέρματα πού κάνουν τόν ἄνθρωπο νά ἐπιθυμεῖ, νά ποθεῖ αὐτήν τήν κατάσταση, νά ἔχει μιά αἴσθηση ὅτι κάποτε τά εἶχε αὐτά καί τά ἔχασε.

Καί γίνεται ἔτσι ἀκόμη δραματικότερη, ἀκόμη φοβερότερη ἡ ζωή. Ἀπό τό ἕνα μέρος νά διαισθάνεσαι ὅτι ὑπάρχει αὐτό τό ἀπόλυτο, πού δέν ἔχει καμία ἐξουσία πάνω σου ὁ θάνατος, ἡ φθορά, ὁ πόνος, ἡ ὅλη δυστυχία ἀλλά εἶσαι γιά τήν ἀπόλυτη χαρά, καί ἀπό τό ἄλλο μέρος νά εἶσαι ἀναγκασμένος στή ζωή αὐτή νά ζεῖς ἀκριβῶς τό ἀντίθετο εἴτε βλέποντάς το στούς ἄλλους, εἴτε τό ὑφίστασαι ὁ ἴδιος ἤ ὅπως εἴπαμε αἰσθάνεσαι ὁ θάνατος νά παραμονεύει, νά πλησιάζει.

Ἔχουμε πεῖ κι ἄλλη φορά ὅτι λίγο πολύ κανείς αἰσθάνεται μέσα του τήν θανατίλα. Μεγάλο μυστήριο. Μεγάλο μυστήριο. Καί ἀκόμη μιά φορά τό λέω, ἀλίμονο ἄν δέν τό καταλάβουμε αὐτό τό μυστήριο κι ἄν δέν τό ἑρμηνεύσουμε καί δέν πάρουμε τή σωστή στάση πού πρέπει νά πάρουμε.

Βέβαια ξέρουμε γενικά ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν στόν Παράδεισο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος παρέβη τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί βρέθηκε στήν κατάσταση πού βρέθηκε, ἀλλά πιό πολύ τό ξέρουμε θεωρητικά. Δέν ἀμφιβάλλουμε βέβαια, ἀλλά δέν περνάει αὐτή ἡ ἀλήθεια μέσα στήν ὕπαρξή μας, νά τήν βιώσει κανείς, ἀλλά παραμένει στή θεωρητική γνώση· κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος νά, παλεύει, παλεύει πῶς θά βελτιώσει τήν ζωή του, πῶς θά ζήσει ἄν εἶναι δυνατόν αἰώνια ἤ νά ζήσει ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, πῶς νά εἶναι πιό εὐτυχισμένος, πῶς νά εἶναι ἐλεύθερος ἀπό πόνους, ἀπό ἀσθένειες, ἀπό δυστυχίες κλπ.

Παλεύει καί μοιάζει ἔτσι ἡ ζωή νά εἶναι ἕνα δράμα, νά ἔχει ἕνα τραγικό χαρακτήρα. Βλέπουμε καί ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦλθε στήν γῆ γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος καί ὁ Χριστός τελικά πεθαίνει κι αὐτός. Καί ἐδοκίμασε ὡς ἄνθρωπος τήν ὅλη πικρία ἀπό τούς ἀνθρώπους, τήν ἐπιβουλή, ὅλη τή μανία πού ἐξεδήλωσαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον του καί κινδύνευσε πολλές φορές· καί τί δέν τοῦ εἶπαν καί τί δέν τοῦ ἔκαναν καί τελικά τόν θανάτωσαν οἱ ἄνθρωποι. Πέθανε καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄνθρωπος.

Ἐδῶ τώρα ὁ Χριστός σ᾿ αὐτή τήν κωμόπολη, πού εἶναι κοντά κάπου ἐκεῖ στό Θαβώριο ὅρος, συναντᾶ μιά μεγάλη ὁμάδα ἀνθρώπων νά πηγαίνουν _ποῦ πηγαίνουν;_ στά μνήματα νά θάψουν ἕνα νέο πού εἶναι μονογενής υἱός μιᾶς χήρας, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς, γιά νά τῆς λέει ὁ Κύριος «μὴ κλαῖε» (στ. 13), ἀσφαλῶς κλαίει, πονάει, ὀδύρεται. Καί οἱ ἄλλοι πού τήν συνοδεύουν τήν συμπαθοῦν, συμπάσχουν μαζί της.

Καί συναντᾶται ἐδῶ ὁ νεκρός υἱός, ὁ νεκρός αὐτός νέος μέ τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος κι αὐτός ὡς ἄνθρωπος θά πεθάνει, ὡστόσο ὅμως Αὐτός εἶναι ἡ Ζωή, καί μπροστά στήν Ζωή ὁ θάνατος δέν μπορεῖ νά σταθεῖ. Ὅπως λέγαμε κι ἄλλη φορά ὅταν σ᾿ ἕνα χῶρο, ὅσο σκοτεινός κι ἄν εἶναι, ἀνάψει φῶς, ἀμέσως ἐξαφανίζεται τό σκότος. Ἔτσι ὅταν ἐμφανισθεῖ ἡ ζωή, ἡ ἀληθινή Ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός, ἐξαφανίζεται ὁ θάνατος, ἀπομακρύνεται, φεύγει ὁ θάνατος, παύει νά ὑπάρχει ὁ θάνατος.

Ἐδῶ συναντᾶται ὁ Χριστός πού εἶναι ἡ Ζωή μέ τόν νεανία πού εἶναι νεκρός, ἔχει πεθάνει καί ὁ Χριστός τόν ἀνασταίνει· ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος καί πού πέθανε κι αὐτός. Ἔπαθε πολλά και ὕστερα πέθανε· πού σημαίνει ὅτι ἅπαξ καί ἔγινε τό κακό, τό μεγάλο κακό πού παρέβη ὁ ἄνθρωπος τήν ἐντολή μέσα στόν Παράδεισο, ἀπό κεῖ καί πέρα τά πράγματα εἶναι ἔτσι.

Δέν θά ᾿πρεπε νά ἁμαρτήσουν οἱ πρωτόπλαστοι, δέν θά ᾿πρεπε νά πέσουν, δέν θά ᾿πρεπε νά δείξουν ἀνυπακοή στόν Θεό, καί νά χάσουν τήν εὐτυχία τοῦ Παραδείσου, νά χάσουν τήν ἀληθινή ζωή. Ἀλλά φαίνεται ὅμως στήν πράξη ἔτσι εἶναι· περνώντας κανείς μέσα ἀπό τόν θάνατο ἐπιθυμεῖ τήν ζωή καί καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ ζωή καί ποθεῖ νά ἔχει ζωή. Περνώντας κανείς μέσα ἀπό ὅλα αὐτά πού ἔχουμε, θέλουμε δέν θέλουμε, στήν ζωή αὐτή ἕνεκα τῆς πτώσεως, μέσα ἀπό τήν ὅλη φθορά, ἀπό τόν ὅλο πόνο καί ἀπό ὅλα τά βάσανα, ὑπάρχει ἡ ἐλπίδα· δέν εἶναι ἀπόλυτο αὐτό, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἐλπίδα τελικά νά βροῦμε τήν ἀληθινή ζωή, τελικά νά βροῦμε, ἄν θέλετε, τήν ἀθανασία, νά μήν κινδυνεύουμε ἀπό τόν θάνατο, νά βρεθοῦμε στήν κατάσταση ἐκείνη ὅπως λέει «ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός»1, πού δέν θά ὑπάρχει οὔτε στεναγμός, οὔτε λύπη, οὔτε πόνος, οὔτε θλίψη, οὔτε συμφορά, οὔτε ὑπόνοια θανάτου, ἀλλά μόνο ζωή. Ὁ Χριστός ἔχει τήν δύναμη νά ἀπαλλάξει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό κάθε τι. Ὡς Θεός ἐδῶ ἀνασταίνει τόν νέο αὐτόν. Καί σ᾿ ἄλλη περίπτωση ἀνέστησε μία κόρη μικρότερη ἀπό τόν σημερινόν αὐτόν νέον, δώδεκα χρονῶν περίπου θά ἦταν. Καί σ᾿ ἄλλη περίπτωση ἀνέστησε τόν Λάζαρο· ἀλλά ὅμως καί οἱ μαθηταί του ἔπειτα ἀνέστησαν καί ἅγιοι ἀκόμη, μιμηταί τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν λόγο πού εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει»2. Ἀνέστησαν λοιπόν πολλοί ἅγιοι νεκρούς.

Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι κάτι τό ὁποῖο θά γίνει σέ ὅλους ἤ χρειάζεται νά γίνει σέ ὅλους. Τό βλέπουμε αὐτό καί στή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Τό βλέπουμε ἔπειτα καί στίς περιπτώσεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν ἁγίων, ὅτι γίνεται σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἀκριβῶς γιά νά φανεῖ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Κύριος, εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Αὐτός δίνει τήν ζωή. Αὐτός παίρνει τόν θάνατο. Αὐτός φυγαδεύει τόν πόνο καί ὅλη τήν δυστυχία. Ἀλλά τό θέμα δέν εἶναι νά φύγει ὁ θάνατος· τό θέμα δέν εἶναι νά φυγαδευθοῦν ὅλα αὐτά.

Δέν εἶναι τίποτε γιά τόν Κύριο νά τά φυγαδεύει ὅλα. Τίποτε δέν εἶναι νά ἀνασταίνει τούς νεκρούς ἤ νά θεραπεύει ἀσθενεῖς πού εἶναι κοντά στόν θάνατο καί πού οἱ συγγενεῖς θά ἤθελαν πάρα πολύ νά θεραπευθοῦν, νά ἀναστηθοῦν. Θά τό ᾿θελαν πάρα πολύ οἱ συγγενεῖς. Δέν ὑπάρχει περίπτωση πού δέν θά ἤθελε ἕνας συγγενής νά θεραπευθεῖ ὁ συγγενής του ἤ ἕνας ἀσθενής δέν θά ἤθελε νά θεραπευθεῖ ὁ ἴδιος ἤ ἄν πεθάνει νά μήν ἀναστηθεῖ. Ἀλλά τό θέμα δέν εἶναι αὐτό.

 

Τό θέμα εἶναι πῶς θά ξαναβρεῖ ὁ ἄνθρωπος τόν χαμένο Παράδεισο

 

Τό θέμα εἶναι πῶς θά ξαναμπεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν Παράδεισο, πῶς θά ξαναβρεθεῖ στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ τήν ὁποία ἔχασε, πῶς θά ἔχει κοινωνία μέ τόν Θεό καί θά περνάει ἀκριβῶς ὅλο αὐτό τό ὁποῖο ἔχει ὁ Θεός, ἡ θεϊκή ζωή πού ἔχει καί ἡ θεϊκή αὐτή χαρά πού ἔχει ὁ Θεός θά περνάει καί στόν ἄνθρωπο.

Αὐτό εἶναι τό θέμα γιά νά ζήσει αἰώνια ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό καί νά ᾿ναι πανευτυχής. Δέν εἶναι ἄν θά ἀρρωστήσει ἤ δέν θά ἀρρωστήσει. Ἄν πεθάνει ἤ δέν πεθάνει. Ἄν πονέσει ἤ δέν πονέσει. Ἄν περάσει δυστυχίες ἤ δέν περάσει. Δέν εἶναι τίποτε αὐτά. Αὐτά τά ξέρει ὁ Θεός, τά ἐλέγχει ὁ Θεός, τά ἔχει στά χέρια του. Ἐμεῖς δηλαδή νομίζουμε ὅτι μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει, ὅταν πονοῦμε, ὅταν ὑποφέρουμε, ὅταν πάσχουμε, ὅταν μᾶς συμβαίνουν πράγματα πού λέμε ῾῾δέν ἀντέχουμε ἄλλο, δέν μποροῦμε᾿᾿. Καί σχεδόν δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος _ἐκτός κάποιων ἐξαιρέσεων_ πού λίγο-πολύ δέν βρέθηκε σέ τέτοια κατάσταση στή ζωή του, πού δέν τοῦ πέρασε ἀπό τό μυαλό ὅτι νά, ὁ Θεός, τώρα πού δέν ἐπεμβαίνει, τόν ἀδικεῖ.

Τό θέμα εἶναι πῶς θά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Τό θέμα εἶναι πῶς θά ξεγλυτώσει ἀπό τήν ἁμαρτία. Τό θέμα εἶναι, ἄν θέλετε, πῶς θά πεθάνει ὁ ἄνθρωπος-ἁμαρτία, τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας. Πῶς θά πεθάνει αὐτό, γιά νά ἀναστηθεῖ κανείς.

Ἐδῶ, ναί· κάνει αὐτήν τήν πράξη ὁ Κύριος. Συναντάει τήν μητέρα αὐτήν, τήν βλέπει πού κλαίει, τήν σπλαγχνίζεται. Γιά νά ᾿χουμε κατά νοῦν ὅτι μᾶς σπλαγχνίζεται ὁ Κύριος! «Μήν κλαῖς» τῆς λέει· καί δέν λέει ἁπλῶς λόγια, ἀλλά ἀνασταίνει τόν υἱόν της καί ἀπό κεῖ πού πήγαινε νά τόν θάψει, γυρίζει στό σπίτι μαζί μέ τόν υἱόν της ἀναστημένο.

Μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό στόν καθένα ὁ Χριστός. Ἀλλά τό ᾿κανε ἁπλῶς ὅπως εἴπαμε σέ μιά δυό ἀκόμη περιπτώσεις. Καί οἱ ἅγιοι πού εἶχαν τήν δύναμη βέβαια τοῦ Χριστοῦ καί μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ἔκαναν ὅ,τι ἔκαναν, αὐτά ἔγιναν ἀκριβῶς γιά νά μήν περνάει ἀπ᾿ τό μυαλό κανενός ὅτι ἔ, ὅλα τά μπορεῖ ὁ Χριστός ἀλλά νά, δέν μπορεῖ μπροστά στόν θάνατο· δέν μπορεῖ κι αὐτός νά κάνει τίποτε μπροστά στόν πόνο, δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε μπροστά στήν ἀσθένεια, δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε. Ὄχι. Καί τήν θάλασσα μπορεῖ νά τήν γαληνέψει καί ἀσθενεῖς νά θεραπεύσει καί λεπρούς νά καθαρίσει, καί δαιμονισμένους νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τά δαιμόνια καί νεκρούς νά ἀναστήσει, τά πάντα. Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό τό θέμα. Πού ἐμεῖς ὅλοι λίγο πολύ δίνουμε τή ζωή μας, τίς ὧρες μας, τούς κόπους μας, τίς ὅλες δυνάμεις μας σ᾿ αὐτά τά πράγματα· τί θά γίνει γιά τό ᾿να, τί θά γίνει γιά τ᾿ ἄλλο, πῶς θά φᾶμε καλύτερα, πῶς θά ζήσουμε καλύτερα, πῶς δέν θά ᾿χουμε ἀρρώστιες, πῶς δέν θά ᾿χουμε διάφορα πράγματα πού μᾶς ταλαιπωροῦν. Σάν λογικά ὄντα ἀσφαλῶς δέν θά ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας νά ἀρρωστήσει, δέν θά ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας νά ταλαιπωρεῖται.

Ἀλλά τό θέμα δέν εἶναι νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπ᾿ αὐτό. Τό θέμα εἶναι μέσα ἀπό αὐτά, καθώς ὄντως φθείρεται κανείς, καθώς ὄντως πονάει, καθώς, ἕως ὅτου ἔρθει ἡ ὥρα νά πεθάνει, ὄντως πεθαίνει πολλές φορές, τό θέμα εἶναι νά πεθάνει ἡ ἁμαρτία.

 

Πῶς συμβάλλει ὁ πόνος στήν σωτηρία

 

Αὐτό εἶναι τό θέμα· νά πεθάνει ἡ ἁμαρτία· αὐτό εἶναι τό μεγάλο κακό πού βρῆκε τόν ἄνθρωπο καί δυστυχῶς, δυστυχῶς, θά συνειδητοποιήσει κανείς αὐτό τό μεγάλο κακό πού ᾿κανε μέσα του ἡ ἁμαρτία, πού χάνεται ἔτσι ἡ ψυχή, θά τό συνειδητοποιήσει μέσα ἀπό τόν πόνο, μέσα ἀπό τήν φθορά, μέσα ἀπό τόν φόβο αὐτόν τοῦ θανάτου, μέσα ἀπό ὅλα αὐτά. Ὄχι ὅλοι· ἀλλά αὐτοί πού _εἴπαμε_ θά μελετήσουν αὐτό τό μεγάλο μυστήριο, θά ἐμβαθύνουν σ᾿ αὐτό τό μυστήριο, θά παρακαλέσουν τόν Θεό νά τούς μυήσει σ᾿ αὐτό τό μυστήριο νά τό καταλάβουν καί νά πάρουν τήν σωστή στάση.

Ὅποιος τελικά ἔτσι τά καταλάβει καί τά νιώσει αὐτήν τήν ὥρα, π.χ. σάν νά λύνονται ὅλα τά θέματα· δέν ὑπάρχουν θέματα, δέν ὑπάρχουν προβλήματα πού μᾶς βασανίζουν, πού μᾶς τρῶνε κάθε μέρα, πού νομίζουμε ὅτι αὐτά εἶναι ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα πρέπει νά ἐνδιαφερόμαστε καί αὐτά εἶναι ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα πρέπει νά φροντίζουμε. Πόσο μεγάλο λάθος κάνουμε ὅλοι μας, καθώς νομίζουμε ὅτι αὐτό εἶναι ἡ ζωή· Πῶς θά κυνηγοῦμε ἀπό δῶ τίς ἀρρώστιες, πῶς θά τίς διώχνουμε ἀπό κεῖ τίς ἀρρώστιες, πῶς θά ἀποφεύγουμε τίς ὅποιες δυσκολίες, πῶς θά προσπαθοῦμε νά προφυλαχθοῦμε.

Εἴπαμε ὁ ἄνθρωπος, ὡς λογικό ὄν, ἐφόσον κανονικά πρέπει νά ᾿ναι ὑγιής, διότι ἔτσι τόν ἔκανε ὁ Θεός, καί κανονικά πρέπει νά ζεῖ ἤρεμη ζωή κλπ., ἔτσι τόν ἔκανε ὁ Θεός, θά κάνει ὅ,τι μπορεῖ, ἀλλά πάντοτε κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιά νά ᾿ναι ἐλεύθερος ἀπό τέτοια δυσάρεστα πράγματα. Τελικά ὅμως πρέπει νά γνωρίζει ὅτι ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, ἐφόσον εἴμαστε σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο καί εἴμαστε ὅλοι τέκνα τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἁμάρτησε καί μαζί του κι ἐμεῖς πέσαμε, ἐφόσον εἴμαστε στήν πτώση, θά περάσουμε μέσα ἀπό ὅλα αὐτά. Ὄχι μόνον δηλαδή δέν εἶναι αὐτά γιά τά ὁποῖα πρέπει νά δίνουμε τόν χρόνο μας καί τόν κόπο μας, ῾῾τί θά γίνει μέ τά βάσανα᾿᾿, ἀλλά καί ὅτι καί μέσα ἀπό αὐτά θά βροῦμε τήν ζωή, θά βροῦμε τήν σωτηρία, μέσα ἀπό αὐτά θά βροῦμε τόν Θεό.

Δέν εἶναι ἄσπλαγχνος ὁ Θεός, δέν εἶναι ἀφιλάνθρωπος ὁ Θεός, ἀνελεήμων ὁ Θεός. Φιλάνθρωπος εἶναι καί εὔσπλαγχνος εἶναι καί ἐλεήμων εἶναι καί ἀγαθός Θεός εἶναι καί ὅ,τι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, θέλει νά ᾿ναι καί ὁ ἄνθρωπος καί δίνει καί στόν ἄνθρωπο. Αὐτός εἶναι ὁ Θεός. Δέν θέλει νά παιδευόμαστε, δέν θέλει νά τυραννιόμαστε, δέν θέλει νά εἶναι τόσο ἄχαρη ἡ ζωή μας καί νά ζοῦμε συνεχῶς μέ τόν φόβο αὐτόν μήν πάθουμε τοῦτο, μήν πάθουμε ἐκεῖνο, μή μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος. Δέν τά ἔκανε ἔτσι ὁ Θεός, δέν τά θέλει ἔτσι ὁ Θεός· ἀλλά μετά τήν πτώση δυχτυχῶς δέν βάζει ἀλλιῶς μυαλό ὁ ἄνθρωπος, δέν συνέρχεται ἀλλιῶς ὁ ἄνθρωπος καί ἀκόμη πιό δυστυχῶς ὅτι πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θά πάθουν ὅλα αὐτά καί τελικά δέν θά σωθοῦν, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀντί νά μαλακώσουν, ἀντί νά ταπεινωθοῦν, ἀντί νά μετανοήσουν καί νά ζητήσουν τόν Θεό, σκληρύνονται μέσα τους, γίνονται πιό ἀναίσθητοι καί ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό καί ὑβρίζουν τόν Θεό· καί δέν εἶναι ἀνάγκη μέ λόγια νά τό κάνει κανείς, ἡ ὅλη στάση πού παίρνει εἶναι ὑβριστική ἀπέναντι στόν Θεό καί βλάσφημη.

Καί εἶναι ἄλλοι, καί εὔχομαι σ᾿ αὐτούς νά εἴμαστε κι ἐμεῖς, πού μαλακώνουν, πού ταπεινώνονται, μετανοοῦν, συνέρχονται καί ὅ,τι κι ἄν πάθουν, εὐλογοῦν τόν Θεό, εὐχαριστοῦν τόν Θεό καί θαυμάζουν τό ὅλο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, τό ὅλο μυστήριο τῆς σωτηρίας καί λένε στόν Θεό ῾῾νά ᾿ναι εὐλογημένο᾿᾿. Ἐάν χρειάζεται κι ἄλλα νά πάθει κανείς, γιά νά σωθεῖ· καί τά δέχονται εὐχαρίστως.

Πρέπει μόνο ἐδῶ νά ποῦμε ὅτι ὅσοι ἐγκαίρως θά καταλάβουν περί τίνος πρόκειται καί ἐγκαίρως θά θελήσουν νά μάθουν αὐτό τό μάθημα, δέν εἶναι ὑποχρεωτικό νά πάθουν ὅλα αὐτά τά πράγματα. Πέθανε ὁ Χριστός· ἔπαθε καί πέθανε ὁ Χριστός στόν Σταυρό, σταυρώθηκε ἐντελῶς ἀναμάρτητος, ἄν καί καθόλου-καθόλου δέν χρειαζόταν νά πάθει ὅλα αὐτά· τά ἔπαθε γιά μᾶς.

Ἀλλά ὅμως ὅταν εὐθύς ἐξαρχῆς καταλάβει κανείς πῶς ἔχουν τά πράγματα, καί πιστέψει μέ ὅλη τήν καρδιά του στόν Χριστό, ταπεινωθεῖ, καί μετανοήσει καί γίνει σωστός ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι ἀνάγκη νά πάθει. Θά πάθει κι αὐτός, ἀλλά λίγα, δέν εἶναι ἀνάγκη νά πάθει πολλά. Κι ἔτσι _γιά νά τό ξέρουμε κι αὐτό_ θέλει δέν θέλει κανείς κλαίει σ᾿αὐτόν τόν κόσμο, πονάει σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο. Εἴθε νά τόν συναντήσει ὁ Χριστός καί νά τοῦ πεῖ ῾῾μήν κλαῖς· μήν κλαῖς᾿᾿ καί νά τοῦ τά γιατρέψει ὅλα καί νά τοῦ δώσει τήν ἀνάσταση καί νά τοῦ δώσει τήν ἀληθινή ζωή. Γιατί ὁπωσδήποτε ἐδῶ δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι ἀνέστησε ὁ Χριστός αὐτόν τόν νεανία καί χάρηκε ἡ μητέρα του καί χάρηκε κι αὐτός, ὁπωσδήποτε μετά βρῆκαν τήν ἀληθινή ζωή καί δέν συνέχισαν ἁπλῶς τήν ζωή πού ζοῦσαν μέχρι τότε. Αὐτό ἀκριβῶς πού πρέπει νά κάνει ὁ καθένας, ὅταν τόν συναντήσει ὁ Χριστός, καί θά τόν συναντήσει ὁ Χριστός.

 

Ὑπάρχει καί ἄλλη πλευρά

 

Κλαίει λοιπόν κανείς καί πονάει. Ὅμως ὑπάρχει καί ἄλλη πλευρά· ὅπως ὅλα τά πράγματα ἔχουν τήν μιά, ἔχουν καί τήν ἄλλη πλευρά. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος κλαίει διότι πονάει, κλαίει διότι φοβεῖται, κλαίει διότι ὑποφέρει, κλαίει διότι εἶναι δυστυχής. Ὁ ἴδιος ὅμως αὐτός ὁ ἄνθρωπος ὅταν μέσα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά ταπεινωθεῖ, ὅταν μέσα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά θά μάθει τό μάθημα, θά ὑπακούσει στόν Χριστό, θά μετανοήσει ἀληθινά, θά βγάλει ἀπό μέσα του κάθε πίκρα καί θά πεῖ ῾῾νά ᾿ναι εὐλογημένο, Θεέ μου· ὅλα, ὅλα καλῶς γίνονται, ἐσύ τά ξέρεις καλύτερα᾿᾿ καί ἐμπιστευθεῖ ἔτσι στόν Χριστό, κλαίει κανείς μετά, κλαίει, ἀλλά ἐκεῖνα εἶναι δάκρυα καί κλαυθμοί τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἄλλο πράγμα.

Καί ὁ ἕνας κλαίει, ἀλλά φαρμακωμένος· καί ὁ ἄλλος κλαίει ἀλλά λυτρωμένος. Ἄλλο εἶναι νά κλαῖς, καί νά πονᾶς καί νά ὑποφέρεις, διότι δέν γίνεται ἀλλιῶς, καί ἐξακολουθεῖς ἀκόμη νά μένεις στήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀμετανοησίας· καί ἄλλο εἶναι ἄν σέ λυπήθηκε ὁ Θεός καί σοῦ ᾿δωκε μετάνοια, ἄν σέ λυπήθηκε ὁ Θεός καί σοῦ ᾿δωκε ταπείνωση καί ἔρχεται μέσα σου ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί σέ λυτρώνει καί σέ ἁγιάζει καί σέ ἑτοιμάζει γιά τήν αἰώνια βασιλεία. Ἄλλο εἶναι αὐτό. Κλαῖς καί τότε ἀλλά εἶναι δάκρυα χαρᾶς, εὐτυχίας, λυτρώσεως, εἶναι δάκρυα θεϊκά, πού τά προκαλεῖ ἡ θεϊκή ἄκτιστη Χάρις. Εἶναι δάκρυα, κλαυθμός, προμηνύματα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, προμηνύματα τῆς ζωῆς πού θά ἔχουμε αἰωνίως στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Εὔχομαι μετά ἀπό ὅλα αὐτά πού εἴπαμε, εὔχομαι ὁ καθένας μας νά ταπεινωθοῦμε, νά σταθοῦμε εἰλικρινά καί τίμια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νά φωτισθοῦμε, νά βοηθηθοῦμε γιά νά δοῦμε τήν ἀλήθεια, νά σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀληθινά· νά τόν εὐχαριστήσουμε γιά ὅλα καί γιά τά χειρότερα ἀκόμη πράγματα καί μέσα ἀπ᾿ αὐτά νά βροῦμε τήν ἀλήθεια, νά βροῦμε τόν δρόμο· μέσα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά νά βροῦμε τήν ἀληθινή ζωή· μέσα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά νά βροῦμε τήν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς μας, τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας, τόν ἁγιασμό· νά βροῦμε τόν κλαυθμό πού εἶναι χαρά καί εὐτυχία, ἀκόμη ἀπ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, καί αἰώνια νά ζήσουμε στόν οὐρανό μέ τόν Θεό.

 

6-10-1996