Κυριακοδρομιο
A+
A
A-

06. Κυριακή ΣΤ΄ Λουκᾶ Ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου στήν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν.

{Λουκ. 8, 26-39}

Τό θαῦμα αὐτό πού ἔγινε ἀπό τόν Κύριο καί ἀκούσαμε μόλις προηγουμένως, ἔλαβε χώραν πέρα ἀπ᾿ τήν λίμνη τῆς Γαλιλαίας στά Γάδαρα, στήν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν.

Καί θά μπορούσαμε νά προσέξουμε ἰδιαίτερα τρία βασικά σημεῖα πού βρίσκουμε σ᾿ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή καί πού περιέχει γενικότερα τό θαῦμα αὐτό, τήν θεραπεία ἑνός δαιμονισμένου.

«Καὶ κατέπλευσεν» λέει, «εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας. Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως», μόλις βγῆκε δηλαδή ἀπό τό καραβάκι στήν ξηρά, νά, μπροστά τους ἕνας ἄνδρας «ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς».

{Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ὑπό τήν δαιμονική ἐπήρεια ἕνεκα τῆς παραβάσεως καί τῆς ἁμαρτίας}

Τό πρῶτο σημεῖο πού μποροῦμε καί πρέπει νά προσέξουμε εἶναι αὐτό, ὅτι γενικότερα ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ διάβολος κατόρθωσε νά παρασύρει τόν ἄνθρωπο στό νά ἁμαρτήσει καί ἐδιώχθη ἀπό τόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος, ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς παραβάσεως καί ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας, ἀπό κεῖ καί πέρα δέν εἶναι ἁπλῶς ἁμαρτωλός ὁ ἄνθρωπος ἀλλά εἶναι συνεχῶς ὑπό τήν ἐπήρεια τήν δαιμονική, ἄλλοτε περισσότερο ἄλλοτε ὀλιγότερο.

Καί αὐτή καθεαυτή ἡ ἁμαρτία, πού εἶναι ἕνα δηλητήριο μέσα στόν ἄνθρωπο, τυραννεῖ τόν ἄνθρωπο. Ὅσα καταπλάσματα κι ἄν βάλει ὁ ἄνθρωπος, ὅπως σέ ἕνα μέρος τοῦ σώματός του βάζει ἁπλῶς καταπλάσματα, ἀλλά δέν θεραπεύει αὐτήν καθεαυτήν τήν ἀσθένεια, δέν γίνεται τίποτε πέρα ἀπό μιά κάποια ἀνακούφιση καί παρηγοριά.

Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του τήν ἁμαρτία, ὅσα καταπλάσματα κι ἄν βάλει, διάφορες ἐπιδιώξεις στήν ζωή του, τάχα νά διασκεδάσει, τάχα νά ἀπολαύσει τό ἕνα, τάχα τό ἄλλο, ὅμως τό δηλητήριο αὐτό τῆς ἁμαρτίας, ὅλο αὐτό τό κακό πού εἶναι ἐκεῖ μέσα, δέν τακτοποιεῖται καί βασανίζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπιπλέον βασανίζεται καί ἀπό τόν διάβολο.

Καί παρακαλῶ πάρα πολύ νά τό προσέξουμε αὐτό καί τελικά νά τό καταλάβουμε σωστά τό θέμα, νά πάρουμε τήν σωστή στάση, νά κάνουμε ὅ,τι πρέπει καί νά μήν βασανιζόμαστε ἄδικα ἤ καί νά μήν ἀγνοοῦμε τί μᾶς συμβαίνει, τί μᾶς γίνεται, καί φθάνουμε στήν ἀπόγνωση, φθάνουμε στήν ἀπελπισία καί νομίζουμε πώς πότε μᾶς φταίει τό ἕνα, πότε μᾶς φταίει τό ἄλλο καί δέν ἀντέχουμε καί τήν ζωή κλπ.

Ἔγινε πού ἔγινε τό κακό καί ὑπάρχει πού ὑπάρχει μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτό τό κακό, ἡ ἁμαρτία, καί ὅπως ἔχουμε πεῖ, οἰκονόμησε ἔτσι τά πράγματα ὁ Θεός νά εἶναι ἄρρωστος ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἁμαρτία καί θέλει δέν θέλει νά ὑποφέρει· τά οἰκονόμησε ἔτσι, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἔπαρση, ἔχει ὑπερηφάνεια, ἔχει ἐγωισμό, δέν τό βάζει κάτω.

Καί ὅσο πιό γρήγορα τό βάλει κάτω κανείς καί ὑποταχθεῖ στόν Θεό καί ταπεινωθεῖ στόν Θεό καί ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τόσο γρηγορότερα λυτρώνεται. Ὅσο δέν θέλει νά τό βάλει κάτω, τόσο πιό πολύ τυραννεῖται, βασανίζεται καί δέν ἔχει τελειωμό αὐτό τό πράγμα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δράμα, ἡ ἁμαρτία εἶναι πικρία, εἶναι δηλητήριο, εἶναι ταλαιπωρία, εἶναι ἀρρώστια, εἶναι τυραννία ἡ ἁμαρτία, καθώς κάπου ἐκεῖ εἶναι καί ὁ διάβολος καί τυραννεῖ καί βασανίζει τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν λυπᾶται καθόλου.

{Δέν ὑπάρχει λύτρωση, ἐάν δέν μᾶς λυτρώσει ὁ Θεός}

Νά τό καταλάβουμε αὐτό τό πράγμα, μήν ξεγελοῦμε ἔτσι ἤ ἔτσι τόν ἑαυτό μας· καί δέν ἔχει, πῶς νά πῶ, τελειωμό καί δέν ὑπάρχει λύτρωση, ἐάν δέν μᾶς λυτρώσει ὁ Θεός. Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία, νά τόν συγχωρήσει, καί νά νιώσει ὅτι ἔφυγε αὐτό ὅλο τό βάρος κι ὅλη αὐτή ἡ ἐνοχή. Μόνον ὁ Θεός μπορεῖ νά ἐλευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν δαιμονική ἐπήρεια εἴτε αὐτή εἶναι σάν μιά κατοχή, ὅπως ἐδῶ δηλαδή ὁ διάβολος κυριεύει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει ὅ,τι θέλει, εἴτε εἶναι μιά ἐκ τῶν ἔξωθεν ἄς ποῦμε ἐπήρεια πού λίγο-πολύ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τήν ἔχουν αὐτήν. Δέν μπορεῖ νά μᾶς λυτρώσει κανένας, δέν μπορεῖ νά μᾶς ἀπαλλάξει κανένας παρά μόνον ὁ Χριστός· ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἦρθε, λέει, «ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου», νά καταλύσει τά ἔργα, νά λύσει τά ἔργα τοῦ διαβόλου καί ὅλες τίς παγίδες κι ὅλες τίς πλεκτάνες (Α’ Ἰω. 3, 8).

«Ἐξ ὕψους κατῆλθες ὁ εὔσπλαγχνος,… ἵνα ἡμᾶς ἐλευθερώσῃς τῶν παθῶν» (Ἀναστάσιμο ἀπολυτίκιο πλ. Δ’ ἤχου), καί ἐδῶ λέει, ὅπως καί γενικότερα τό ὅλο πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι αὐτό, ὅτι ἦρθε νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη, νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν ἁμαρτία.

Καί πάσχουμε ὅλα αὐτά, καθώς τό πρῶτο-πρῶτο πού ἔπρεπε νά κάνουμε εἶναι νά ἀναζητήσουμε αὐτόν πού μπορεῖ νά μᾶς θεραπεύσει, ὅπως ὅταν κανείς εἶναι ἄρρωστος, τό πρῶτο-πρῶτο πού ἔχει νά κάνει, τρέχει στόν γιατρό. Ἀλλά λέγαμε κι ἄλλη φορά, ὑπάρχουν κι ἀρρώστιες, πού κάνουν τόν ἄνθρωπο νά μή θέλει νά πάει στόν γιατρό· ἡ ἴδια ἡ ἀρρώστια πού ἔχει ἀνάγκη ἀπό γιατρό καί ἀπό φάρμακα δημιουργεῖ τέτοια κατάσταση μέσα στόν ἄνθρωπο, πού δέν τόν ἀφήνει νά πάει στόν γιατρό, δέν τόν ἀφήνει νά καταλάβει ὅτι δέν εἶναι καλά κι ὅτι ἔχει ἀνάγκη γιατροῦ καί φαρμάκων.

Ἔτσι γενικότερα ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος ὅσο πιό πολύ εἶναι κυριευμένος ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅσο πιό πολύ εἶναι αἰχμάλωτος στά πάθη, ὅσο πιό πολύ εἶναι ὑπό τήν ἐπήρεια τήν δαιμονική, τόσο δέν θέλει· ὄχι ἁπλῶς ἔχει ἀνάγκη ἀπό θεραπεία καί μόνο ὁ Χριστός μπορεῖ νά τόν θεραπεύσει καί δέν γίνεται ἀλλιῶς, ἀλλά δέν θέλει νά πάει νά θεραπευθεῖ.

Καί βλέπουμε ἐδῶ τό δαιμόνιο πού εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτόν καί πού δέν εἶναι ἕνα δαιμόνιο μόνο, εἶναι πολλά λέει, τό ὄνομά του εἶναι λεγεών, πολλά δαιμόνια, ἀνθίστανται, ἀνθίστανται, καταλαβαίνουν ὅτι αὐτός πού εἶναι μπροστά ἐκεῖ καί μιλάει μέ τόν ἄνθρωπο πού ἔχουνε κατακτήσει τά δαιμόνια, εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί παρά ταῦτα, ἄς ποῦμε, σηκώνουν κεφάλι, παρά ταῦτα βγάζουν φωνή, «γιατί ἦρθες», λέει, «πρίν ἀπό τήν ὥρα νά μᾶς βασανίσεις;»

«Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς» (στ. 28). Φθάνει, δηλαδή, καί μέχρι αὐτό τό σημεῖο, δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα ὁ διάβολος μέ τόν Χριστό _πῶς θά τά βγάλει πέρα_ καί τόν παρακαλεῖ «μή με βασανίσῃς», ἄφησέ με ἥσυχον.

{Κράξε μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου}

Βλέπουμε πολλές φορές ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι κυριευμένοι ἀπό τό δαιμόνιο, ἀκριβῶς νά ᾿χουν αὐτόν τόν φόβο καί τρέχουν νά κρυφτοῦν· ἀλλά θά ἔλεγα ὅτι πολλές φορές ἡ ἁμαρτία μέσα στόν ἄνθρωπο εἶναι μέ μιά τέτοια ἔννοια. Εἶναι δηλαδή ἁμαρτωλός κανείς, ἔχει τά πάθη πού ἔχει καί ἀντί νά τρέξει στόν Χριστό μέ ἐλπίδα, ἀντί νά τρέξει στόν Χριστό μέ πίστη καί νά ζητήσει _ὅπως εἴδαμε σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με» (Λουκ. 18, 38-39) φωνάζουν_ ἀντί νά τρέξει στόν Χριστό νά ζητήσει τήν λύτρωση, νά προσευχηθεῖ ἐκεῖ, νά παρακαλέσει, κρύβεται, κρύβεται κανείς.

Ἔχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις πού ἔχει κανείς μέσα του τήν ὅποια κατάσταση τήν ἁμαρτωλή, ἔχει κανείς τό ὅποιο φαρμάκι μέσα του, τά ὅποια πάθη του, ἀλλά προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ ὅσο μπορεῖ. Νά κρυφτεῖ ἀπ᾿ τόν ἑαυτό του, νά κρυφτεῖ ἀπ᾿ τόν ἴδιο τόν Θεό, νά κρυφτεῖ ἀπό τούς ἄλλους, κι ἁπλῶς ζεῖ τό δράμα του καί τό βάσανό του. «Σέ παρακαλῶ», λέει, «μή με βασανίσῃς».

Ἐνῶ εἶδες τόν Χριστό, ἄκουσες γιά τόν Χριστό, συναντήθηκες μέ τόν Χριστό, κράξε, φώναξε, φώναξε μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς σου. Κι ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι τόν Χριστό τόν ἔχουμε ἀνά πᾶσα στιγμή ἐνώπιόν μας, ἀνά πᾶσα στιγμή μποροῦμε νά προστρέξουμε.

Μήν ἀφήνουμε, λοιπόν, τά πάθη μας καί τίς ἁμαρτίες μας καί τίς ὅποιες ἀδυναμίες μας κι ἀκόμη καί τίς δαιμονικές ἐπιδράσεις νά φωλιάζουν μέσα μας καί μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο προσπαθοῦμε νά τά κρύψουμε.

Κι ἄλλη φορά λέγαμε ὅτι εἶναι δράμα ἡ ἁμαρτία, δέν ὑπάρχει χειρότερο πράγμα ἀπ᾿ αὐτό· ἁμαρτία καί διάβολος μαζί, διά μέσου τῆς ἁμαρτίας πού ἔκανε ὁ ἄνθρωπος, ὁ διάβολος ἔχει στά χέρια του τόν ἄνθρωπο καί τόν χορεύει ὅπως θέλει. Τό ἕνα λοιπόν σημεῖο εἶναι αὐτό.

{Μήν ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τούς λογισμούς πού σπέρνει ὁ διάβολος}

Στήν συνέχεια ἔχουμε τό δεύτερο σημεῖο πού ἀκριβῶς εἶναι ἡ θεραπεία πού παρέχει ὁ Κύριος. «Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους». Παρουσιάζεται ἀκόμη καί μέ αὐτές τίς λέξεις ὅλο τό δράμα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. «Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα;» ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; «Ὁ δὲ εἶπε· λεγεών», λεγεών κατά τήν ρωμαϊκή λεγεώνα, πού σημαίνει πολλοί στρατιῶτες, «ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν», ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶχε ἕνα δαιμόνιο ἀλλά πολλά δαιμόνια, γι᾿ αὐτό τό ὄνομα εἶναι λεγεών. Ὁ ἄνθρωπος βέβαια μιλάει μέ τό δικό του στόμα ἀλλά διά τοῦ στόματος τοῦ δαιμονισμένου μιλοῦν ἀκριβῶς τά δαιμόνια· «καὶ παρεκάλει αὐτόν, ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη» (στ. 29-30).

Ἄλλο δράμα δηλαδή πού ὑφίσταται ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, ἀλλά ἄς κάνει καλά ἐκεῖνος, ἐμεῖς νά μήν ἐπηρεαζόμεθα ἀπό τόν διάβολο, ἐμεῖς νά μήν κάνουμε τό κέφι τό δικό του, πού πάρα πολλές φορές αὐτός βάζει μέσα στόν νοῦ μας λογισμούς διαφόρους, αὐτός παρακινεῖ τήν καρδιά μας καί δέν τό καταλαβαίνουμε ἤ δέν θέλουμε νά τό καταλάβουμε. Καί νομίζουμε ὅτι διαλέγουμε ἐμεῖς τό ἄλφα ἤ τό βῆτα καί δέν ξέρουμε ὅτι ἐκεῖνος διάλεξε καί μᾶς σπρώχνει πρός τά ἐκεῖ· καί ὁ ὁποῖος, βλέπετε, τήν πρώτη φορά λέει «μή με βασανίσῃς», τώρα τήν δεύτερη φορά λέει «μή μᾶς στείλεις στήν ἄβυσσο, ἀλλά, νά, ἐδῶ ἔχει χοίρους, ἄφησέ μας νά πᾶμε ἐκεῖ». Καί ὄντως δηλαδή ὁ Κύριος, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἦρθε ἀκόμη ἡ ὥρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας του, πού τότε ὁριστικά καί οἱ δαίμονες θά πᾶνε στήν ἄβυσσο καί ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θά ζήσουν στόν κόσμον αὐτό ἐπηρεασμένοι ἀπό τόν διάβολο καί θά κάνουν τό θέλημα τοῦ διαβόλου καί γενικότερα θά κάνουν τήν ἁμαρτία καί τελικά ὁ τόπος τους θά εἶναι ἐκεῖ στήν ἄβυσσο· ἀφήνει ἐδῶ τώρα ὁ Κύριος, ἄς ποῦμε, καί στούς δαίμονες ἀκόμη οἱ ὁποῖοι δέν θά μετανοήσουν ποτέ ἀλλά τούς ἀφήνει περιθώριο, δέν τούς στέλνει στήν ἄβυσσο, «θέλετε νά πᾶτε στούς χοίρους, νά πᾶτε στούς χοίρους».

Καί βγαίνουν τά πολλά δαιμόνια ἀπό τόν ἕνα αὐτόν ἄνθρωπο, πηγαίνουν στούς χοίρους. Τρελλαίνονται, ἄς τό ποῦμε καθαρά, οἱ χοῖροι καί δέν ξέρουν τί νά κάνουν. Ἐγώ θυμᾶμαι κάποτε εἶχα δεῖ ἕνα ζῶο πού πράγματι ἦταν σάν τρελλό, κάτι εἶχε πάθει γιά ἀρκετές ὧρες καί μετά γλύτωσε πάλι καί ἔστρωσε. Συμβαίνουν αὐτά τά πράγματα ὄχι μόνο τότε ἀλλά καί ἄλλες φορές. Καί καθώς λοιπόν ἦταν ὑπό τήν ἐπήρεια τήν δαιμονική οἱ χοῖροι, ἔπεσαν στήν θάλασσα καί πνίγηκαν. Ἀλλά ἐλευθερώθηκε ὁ δαιμονισμένος.

{Ἡ γυμνότητα ἐπήρεια δαιμονική}

«Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον…» (στ. 34-35)· πληροφορήθηκαν ἐν τῷ μεταξύ τά ἀφεντικά, οἱ ἰδιοκτῆται, ἀπό ἐκείνους πού ἔβοσκαν τούς χοίρους, τί ἔγινε, εἴτε ἦταν στά σπίτια τους εἴτε ἦταν στούς ἀγρούς καί ἦλθαν πρός τόν Ἰησοῦν καί «εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν» (στ. 35)· ἦλθαν λοιπόν καί βρῆκαν τόν ἄνθρωπο αὐτόν νά κάθεται στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ ἱματισμένος καί σωφρονῶν, αὐτός ὁ ὁποῖος οὔτε ροῦχα φοροῦσε καί γύριζε γυμνός ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ, πού ἦταν τρελλός ἄς ποῦμε, δέν ἤξερε τί ἔκαμνε. Τώρα εἶναι σώφρων, τώρα εἶναι ἕνας λογικός ἄνθρωπος, συνετός ἄνθρωπος, φρόνιμος καί ῾῾ἱματισμένος᾿᾿. Ντρεπόταν τώρα νά ᾿ναι γυμνός, εἶδε ἀμέσως τήν γύμνια του καί ντύθηκε.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπό τήν ἐπήρεια τήν δαιμονική, ἀκριβῶς ἔτσι ὅπως παρουσιάζεται ἡ σημερινή ἀνθρωπότητα, ντρέπεται νά ᾿ναι ντυμένος· ὅταν ξεντυθεῖ, τότε αἰσθάνεται πιό ἄνετα, ἀκριβῶς διότι ἔτσι τόν θέλει τόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος, ἔτσι τόν θέλει τόν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία. Μόλις, μόλις ὁ ἄνθρωπος λίγο λυτρωθεῖ ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, θά ντυθεῖ. Καί τό ντύσιμο δέν εἶναι ἁπλῶς μόνον ὅτι θά φορέσει ἐνδύματα, ἀλλά ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος γίνεται σεμνός, ταπεινός, γίνεται συνετός, λογικός, γίνεται ἄνθρωπος, ἄνθρωπος. Πόσο ἀγριεύει ἡ ἁμαρτία τόν ἄνθρωπο, καί πόσο ἡμερεύει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν φύγει ἡ ἁμαρτία, ὅταν φύγει ὁ διάβολος, ὅταν ἐξαφανισθεῖ ἡ ἐπήρεια αὐτή! Ὅλοι μας νά ζηλέψουμε, θά ἔλεγα, τήν κατάσταση αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ἀνθρώπου πού μόλις προηγουμένως ἦταν δαιμονισμένος καί μόλις προηγουμένως ἦταν ὅ,τι χειρότερο, καί ὁ Χριστός σέ λίγα λεπτά τόν ἔφερε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν φυσιολογική κατάσταση.

{Ὁ Θεός δυνατός νά ἀπαλείψει τήν ὅποια δοκιμασία μας, ἐάν αὐτό συμβάλλει στήν σωτηρία}

Δέν ὑπάρχει περίπτωση πού δέν μπορεῖ νά τήν θεραπεύσει ὁ Χριστός, ἐάν ἡ θεραπεία τελικά εἶναι καί σωτηρία. Διότι ὅλα ὅσα παθαίνουμε ὅλοι μας, καί ἀρρώστιες καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις κι ἄλλα πολλά, ὅλα αὐτά εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας· συγχρόνως ὅμως εἶναι καί ὄργανα, τά ὁποῖα οἰκονομεῖ ἔτσι ὁ Θεός γιά νά μᾶς βοηθήσουν νά πάρουμε τήν στάση πού πρέπει νά πάρουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μᾶς ἐλευθερώσει ὁ Κύριος ἀπ᾿ αὐτά, ἀλλά ἡ ἐλευθερία αὐτή νά συνεπάγεται καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἔχουμε βέβαια περιπτώσεις μέσα στήν Καινή Διαθήκη πού ὁ Κύριος θεραπεύει γενικά, θεραπεύει ἁπλῶς τούς ἀρρώστους. Ὅμως αὐτό τό κάνει σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, ὅπως λέγαμε κι ἄλλη φορά, γιά νά καταλάβουμε καλά-καλά ὅτι ὁ Κύριος ὅλα τά θεραπεύει, δέν μπορεῖ νά σταθεῖ τίποτε μπροστά του, ὅλα μπορεῖ νά τά τακτοποιήσει.

Ἀλλά τό θέμα δέν εἶναι ἁπλῶς νά θεραπεύσει τόν ἄρρωστο, δέν εἶναι ἁπλῶς νά ἐλευθερώσει τόν δαιμονισμένο, νά λύσει τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτά θά γίνουν καθώς ἔρχεται σωτηρία. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι ὅταν ὁ καθένας καλά-καλά συνειδητοποιήσουμε τί μᾶς συμβαίνει καί σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν ταπεινώσει καί ἐν μετανοίᾳ καί ποῦμε ῾῾Θεέ μου, σωτηρία θέλω, σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, λύτρωση ἀπό τήν ἁμαρτία θέλω, τά ἄλλα ἐσύ θά τά κανονίσεις᾿᾿, τότε ὁ Κύριος ἤ θά πάρει ὅ,τι μᾶς βασανίζει καί θά δώσει σωτηρία στήν ψυχή μας ἤ θά δώσει τήν σωτηρία καί θά τό ἀφήσει αὐτό τό ὅποιο πρόβλημα, μόνο καί μόνο γιά νά εἶναι ἀσφάλεια, νά μήν ξεθαρρέψουμε, νά μήν ὑπερηφανευθοῦμε, νά μήν ξεφαντώσουμε, καί κυριευθοῦμε ἀπό παρρησία φοβερή πού καταστρέφει τά τῆς ψυχῆς, γιά νά μείνουμε τελικά στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Πόσο, ἄς ποῦμε, ὡραῖα θά νιώσουμε, ἐάν πιστεύσουμε ἔτσι τά πράγματα _πού ὅλοι μας ἔτσι ἤ ἀλλιῶς βασανιζόμαστε ἀπό διάφορα πράγματα_ ὅτι ἐνώπιόν μας εἶναι ὁ Κύριος καί ὅλα μπορεῖ νά τά τακτοποιήσει, ἀλλά ὄχι ὅπως ἐμεῖς σκεπτόμαστε, ὄχι ὅπως ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε, γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά ἐμπιστευθοῦμε σ᾿ ἐκεῖνον καί εἴτε τοῦ τό ποῦμε μέ λόγια εἴτε τό ἀφήσουμε νά τό λέει αὐτό ἡ ψυχή μας· ῾῾Σύ Κύριε, πάντα οἶδας, σύ γνωρίζεις νά τακτοποιήσεις τήν ψυχή μου, ὅπως πρέπει νά τακτοποιηθεῖ, εἴτε θά πάρεις κάποια πράγματα γιά πάντα καί θά μέ ἐλευθερώσεις ἀπ᾿ αὐτά εἴτε θά τ᾿ ἀφήσεις, ἀλλά πιστεύω ἀκράδαντα, Κύριε, ὅτι θά μοῦ δώσεις τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου᾿᾿.

Θά δώσει δηλαδή ἀληθινή μετάνοια ὁ Θεός, θά δώσει ἀληθινή ταπείνωση ὁ Θεός, θά δώσει ἀληθινή συγχώρηση, θά τό νιώσει κανείς καί θά εἶναι ἱματισμένος καί σωφρονῶν καί θά ἀπολαμβάνει ὅλη αὐτή τήν λύτρωση πού παρέχει ὁ Κύριος, ὅλη αὐτή τήν εὐλογία, ὅλο αὐτό τό ἀγαθό πού παρέχει ὁ Κύριος.

Μήν πεῖ κανένας μας ὅτι ῾῾ἔ νά, αὐτά γινότανε, τώρα δέν γίνονται᾿᾿ ἤ ῾῾ποιός ξέρει πότε θά γίνουν᾿᾿. Ὄχι, αὐτή τήν στιγμή μπορεῖ ὁ Κύριος νά δώσει τήν βεβαιότητα αὐτή στόν καθένα μας, εἴτε θά πάρει κάποια πράγματα πού ἔχουμε καημό νά τά πάρει, εἴτε δέν τά πάρει, θά δώσει ὅμως σωτηρία στήν ψυχή μας, θά δώσει τήν βεβαιότητα ὅτι μᾶς ἀναλαμβάνει, τήν βεβαιότητα ὅτι αὐτός εἶναι ἡ σωτηρία μας καί ἑνώνεται μαζί μας καί ἑνωνόμαστε μαζί του καί ἔχουμε μέσα μας σωτηρία.

{Τό φθηνό συμφέρον διώχνει τόν Χριστό ἀπό τή ζωή μας}

Ἀλλά ἔχουμε ὅμως τό τρίτο σημεῖο. Βλέπουμε στήν συνέχεια ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἐφοβήθησαν, λέει, ὅλοι, καθώς εἶδαν αὐτό τό γεγονός. «Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθεὶς καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν» (στ. 36-37), καί τόν παρεκάλεσαν ὅλοι, ὅλο τό πλῆθος, δέν βρέθηκε οὔτε ἕνας δηλαδή, ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ἐν χορῷ οἱ πάντες, ὅλοι οἱ κάτοικοι ἐκεῖ τόν παρεκάλεσαν νά φύγει.

Γιατί δέν πρόσεξαν τίποτε ἄλλο, πρόσεξαν ἁπλῶς ὅτι μέ τό νά θεραπεύσει αὐτόν τόν δαιμονισμένο πῆγαν στήν λίμνη καί πνίγηκαν οἱ χοῖροι τους καί ζημιώθηκαν.

Ναί, ἕνα τρίτο εἶναι αὐτό καί πρέπει νά τό προσέξουμε. Φαίνεται ὅτι τελικά ὁ λόγος ἤ ἕνας ἀπό τούς λόγους πού τελικά ὁ ἄνθρωπος μολονότι βλέπει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτοί τώρα εἶδαν, εἶχαν νά κάνουν μ᾿ ἕναν ἄνθρωπον ἐδῶ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσε κάποιον πού δέν θεραπευόταν μέ τίποτα _δέν εἶδαν, δέν κατάλαβαν ποιός εἶναι; Δέν πρόσεξαν ὅμως αὐτό. Πρόσεξαν τήν ζημία πού τούς ἔκανε.

Ἕνας λοιπόν ἀπό τούς λόγους πού τελικά, ἐνῶ κανείς παραδέχεται τόν Χριστό, πιστεύει στόν Χριστό, πιστεύει ἄς ποῦμε ὅλα αὐτά τά θαυμαστά πού ἔκανε ὁ Χριστός καί περιγράφονται μέσα στό Εὐαγγέλιο, πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός γενικῶς κάνει θαυμαστά, διότι ἀκούει κανείς, κάποιος ἄνθρωπος ἐδῶ, κάποιος ἄνθρωπος ἐκεῖ, κάποιος ἄλλος πιό πέρα, ἀκριβῶς ἐπειδή πιστεύει στόν Χριστό, ἀκριβῶς ἐπειδή προσεύχεται στόν Χριστό, ἐπειδή ἔβαλε μέσα στήν καρδιά του τόν Χριστό, ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος· μετενόησε, ἀναγεννήθηκε, λυτρώθηκε, ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι. Ὅμως ἐνῶ κανείς ὅλα αὐτά λίγο-πολύ τά βλέπει, ἐνῶ ὅλα αὐτά λίγο-πολύ τά παραδέχεται, τά πιστεύει, τελικά φοβούμενος κάποια ζημιά δέν δέχεται ὁ ἴδιος τόν Χριστό· καί ὄχι μόνο δέν τόν δέχεται, ὄχι μόνο δέν πάει ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Χριστός, ἀλλά ἄν τυχόν ὁ Χριστός πάει σ᾿ αὐτόν, ῾῾νά φύγεις ἀπό μένα᾿᾿, ῾῾νά φύγεις ἀπό μᾶς᾿᾿, ὅπως ἀκριβῶς αὐτοί ὅλοι παρακαλοῦν νά φύγει ὁ Χριστός.

Τί ἄλλο καλύτερο ἦταν ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ! Πού ἦταν μιά καλή εὐκαιρία. Τόσα καί τόσα ἄλλα προβλήματα θά εἴχανε, ἄς ποῦμε ἔτσι, ἀρρώστους κλπ., καί νά τρέξουν νά τούς φέρουν ὅλους, νά τούς θεραπεύσει ὅλους ὁ Χριστός κι ὅ,τι ἄλλο νά τοῦ ζητήσουν, τόν Θεό ἔχουν μπροστά τους! Τίποτε, τό φθηνό, ἄς ποῦμε, συμφέρον, τά μικροσυμφέροντά τους, τούς κάνει νά παρακαλοῦν τόν Χριστό νά φύγει ἀπό τήν χώρα τους.

Ἆραγε, ἆραγε πόσες φορές, χωρίς ἴσως καί πολύ-πολύ νά τό καταλαβαίνουμε, μέ τήν στάση μας, καθώς φοβηθήκαμε μήν ὁ Χριστός μᾶς ἀφαιρέσει τοῦτο, μήν ὁ Χριστός μᾶς ἀφαιρέσει ἐκεῖνο, μέ τήν στάση μας εἴπαμε τόν Χριστό νά φύγει;

{Δέν δεχόμαστε νά φύγει ὁ ἐγωισμός ἀπό μέσα μας, διότι τήν ἀπουσία του τήν νιώθουμε ὡς ζημία}

Καί γιά νά μήν φαίνεται αὐτό πολύ θεωρητικό, δέν μπορεῖ ὁ Χριστός καί τόν πιό ἐγωιστή, δέν μπορεῖ ὁ Χριστός καί τόν πιό ὑπερήφανο, τόν πιό οἰηματία, ἄν θέλετε, τόν πιό διεστραμμένο ὡς πρός τό θέμα αὐτό ἄνθρωπο, δέν μπορεῖ ὁ Χριστός νά τόν ἀπαλλάξει, δέν μπορεῖ ὁ Χριστός νά τόν ἐλευθερώσει, δέν μπορεῖ νά τόν θεραπεύσει; Δέν δέχεται ὅμως κανείς, δέν δέχεται. Δέν δέχεται νά φύγει ἀπό μέσα του ὁ ἐγωισμός, διότι εἶναι ζημία ἀμέσως. Γιατί κανείς εἶναι ἐγωιστής; Εἶναι ἐγωιστής, διότι θέλει τοῦτο, θέλει ἐκεῖνο, ἔχει τοῦτο, ἔχει τό ἄλλο, νομίζει ὅτι ἔχει ἀρετές, νομίζει ὅτι ἔχει προσόντα, θέλει νά τά προβάλλει, θέλει νά φαίνονται.

Ἅμα δεχθεῖς τόν Χριστό πᾶνε αὐτά ὅλα, ταπεινώνεσαι καί σάν νά μήν ἔχεις τίποτα. Δέν χάνεις τίποτε, ἀλλά σάν νά μήν ἔχεις τίποτε, γιά σένα εἶναι σάν νά μήν ἔχεις τίποτε. Ποιός τό δέχεται αὐτό; Ἐντάξει, προσεύχεται κανείς στόν Χριστό, ζητάει βοήθεια γιά διάφορα πράγματα, δέν τόν ἀπορρίπτει τόν Χριστό, τόν πιστεύει ὡς Θεό κλπ. Δέν τόν βάζει ὅμως μέσα στήν ψυχή του ἀπό φόβο, ἀπό φόβο μή ζημιωθεῖ.

Ὅλοι ἐμεῖς πού εἴμαστε τώρα ἐδῶ, ἐάν ἀγαπήσουμε τήν ταπείνωση καί ποῦμε στόν Κύριο· ῾῾Κύριέ μου, ὅλα νά τά χάσω, ἐάν ἐσύ θά ρθεῖς νά κατοικήσεις μέσα μου, ἐάν ἐσύ θά μέ θεραπεύσεις καί θά μέ κάνεις ἱματισμένο καί σωφρονοῦντα, ὅλα νά τά χάσω᾿᾿. Ἐάν τό ποῦμε αὐτό μέ τήν καρδιά μας, ἄν αὐτό τό ποῦμε μέ πίστη, ἀλλά ἕτοιμοι ὅμως, ἕτοιμοι νά ζημιωθοῦμε… Τί νά ζημιωθοῦμε; Τούς χοίρους ἔχασαν, τούς χοίρους. Καί ἐδῶ πού τά λέμε οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖ δέν τρώγανε χοίρους, τί τούς ἤθελαν τούς χοίρους; Ἔτσι μᾶς φαίνονται κι ἐμᾶς πολλά πράγματα ὡραῖα καί καλά ἐνῶ μᾶς εἶναι ἄχρηστα. Καί ὄχι ἁπλῶς εἶναι ἄχρηστα, ἀλλά εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ψυχῆς μας κι εἶναι τό δράμα τῆς ψυχῆς μας. Τί τά κρατᾶμε;

Καί ὅμως μέ τή στάση μας, κι ἄν δέν τό λέμε μέ λόγια, ἐπαναλαμβάνω, διώχνουμε τόν Χριστό μήν τυχόν τά ἀγγίξει αὐτά τά κακῶς κείμενα. Καί μᾶς ἀρέσει ἔτσι νά συνεχίζουμε νά ζοῦμε, χριστιανοί βέβαια ὄντες κατά τά ἄλλα, ἀλλά μέ τά πάθη μας, μέ τόν ἐγωισμό μας, μέ ὅλα αὐτά τά παράσιτα, μέ ὅλα αὐτά τά στοιχειά πού ἔχουμε πεῖ κι ἄλλη φορά, μ᾿ ὅλα αὐτά τά ἄγρια πράγματα πού ἀγριεύουν τήν ζωή μας, πού μᾶς κάνουν νά ᾿μαστε δυστυχισμένοι.

Ἀλλά ἄς ἐλπίσουμε, ἀγαπητοί μου, νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός, νά βρεῖ τρόπο ὁ Θεός νά μᾶς βοηθήσει, ὥστε ὅ,τι ἦταν, νά ἦταν ὥς τώρα καί ἀπό δῶ καί πέρα νά μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐδῶ, ὁ ὁποῖος ὅπως κι ἄν εἶχε τό πράγμα, πάντως συναντήθηκε μέ τόν Χριστό καί ἔδειξε _τό βλέπουμε αὐτό ἐκ τῶν ὑστέρων_ πώς ὅ,τι κι ἄν πάθει καί τήν λεγεώνα ὁλόκληρη νά τήν χάσει δέν τόν πειράζει, δέχθηκε λοιπόν νά τόν ἐλεήσει ὁ Χριστός, νά τόν θεραπεύσει, νά τόν σώσει.

Νά εὐχηθοῦμε νά γίνει καί σ᾿ ἐμᾶς τό καλύτερο στόν καθένα.

20-10-1996

* Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ὅπως φώτισε ο Θεός»