Βιογραφικά στοιχεία π. Συμεών Κραγιόπουλου

Παιδική ηλικία

     Ο π. Συμεών γεννήθηκε στην Ρητίνη Πιερίας στις 9 Μαρτίου 1926 από απλούς και ευλαβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Ελένη. Το λαϊκό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος και ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας, από τα οποία δύο πέθαναν σε μικρή ηλικία. Μεγάλωσε με τη μεγαλύτερη αδελφή του Δήμητρα και τα δύο μικρότερα αγόρια, τον Γεώργιο και τον Στέφανο.

     Ο πατέρας του ήταν πιστός άνθρωπος και αφιέρωνε καθημερινώς αρκετή ώρα στην προσευχή. Είχε πολεμήσει στο μικρασιατικό μέτωπο. Εργαζόταν ως ταχυδρόμος. Όταν μετέφερε με το άλογο την αλληλογραφία στα χωριά της Κατερίνης, συνήθιζε να σιγοψάλλει με γλυκιά φωνή. Δίδαξε στον Κωνσταντίνο τη σύνεση και τη χριστιανική πίστη μέσα από την προσευχή και την ανάγνωση πνευματικών βιβλίων.

     Η μητέρα του είχε φυσική ταπείνωση και αγαθότητα μιας απλής χωρικής και του μετέδωσε την υπομονή, τη δεκτικότητα της καρδίας και τις αφανείς αρετές της. Τον επηρέασε με την καρτερικότητά της, καθώς παρέμενε ήρεμη στις στενόχωρες καταστάσεις της ζωής και ατάραχη σε οποιαδήποτε εκκοπή του θελήματός της. Του ενέσπειρε έτσι  την πλούσια συναισθηματική της νοημοσύνη, καθώς είχε την ικανότητα να κρατάει τις ισορροπίες και να διαχειρίζεται τις συμπεριφορές στις κρίσιμες καταστάσεις.

     Ο παππούς του, Κωνσταντίνος, ήταν άνθρωπος αρχοντικός με γενναιότητα και καθαρότητα στη ζωή του. Ο μικρός Κωνσταντίνος με χαρά βοηθούσε τον παππού στις γεωργικές εργασίες και,  όπως ανέφερε ο ίδιος, τον θαύμαζε και τον αγαπούσε πολύ. Ο παππούς από την πλευρά του εκτιμούσε την οξυδέρκεια και την προθυμία του εγγονού του και τον εκπαίδευε, ώστε να εργάζεται με μεράκι και αρχοντιά. Ο μετέπειτα εργάτης του πνευματικού θερισμού ανταποκρινόμενος με πνεύμα μαθητείας στις συμβουλές του παππού έμαθε να σκέπτεται με πρακτικό τρόπο.

     Τα παιδικά βιώματα της περιόδου 1926-1938 μέσα στην ήρεμη και φτωχική ζωή του χωριού διέπλαθαν καθοριστικά την προσωπικότητά του. Το αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον, οι αγροτικές εργασίες και η ενασχόληση με τα ζώα, οι σπουδές του στο δημοτικό σχολείο (βραβεύτηκε ως ο καλύτερος μαθητής που πέρασε από το σχολείο τους), οι διαδρομές μέσα στα όμορφα δάση, οι συναναστροφές με τα γειτονόπουλα, οι διηγήσεις των παλαιοτέρων, οι παραδόσεις και τα έθιμα της κλειστής κοινωνίας του χωριού διαμόρφωναν τη χαριτωμένη καρδία του νεαρού Κωνσταντίνου.

     Την πρακτική γνώση των αγροτικών εργασιών και τα παιδικά βιώματα στο ορεινό χωριό της Ρητίνης χρησιμοποιούσε αργότερα ο π. Συμεών, για να εξηγεί με όμορφο και παραστατικό τρόπο τα νοήματα της πνευματικής ζωής. Επανειλημμένως έλεγε ότι «εμείς που έχουμε παραστάσεις από τη ζωή του χωριού» κατανοούμε καλύτερα το κείμενο. Γι’ αυτό ενθουσιαζόταν με τις βιβλικές εικόνες της αγροτικής ζωής που χρησιμοποιούσε ο Χριστός στα ευαγγέλια και τις εξηγούσε λεπτομερώς καταλήγοντας έπειτα στο βαθύ πνευματικό τους νόημα.

     Αφομοίωσε τη λαϊκή σοφία των απλών ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου. Γι’ αυτό, όταν μεγάλωσε, αναπολούσε την απλότητα των παλαιοτέρων και δεν του άρεσαν το επιτηδευμένο ύφος και οι προσποιητές συμπεριφορές. Τόνιζε πολλές φορές ότι οι χωρικοί ακριβολογούσαν και παρά την αγραμματοσύνη τους ο λόγος τους ήταν σαφής και συγκεκριμένος, επειδή πήγαζε μέσα από την ειλικρινή καρδία τους. Θυμόταν πολλές λέξεις της τοπικής διαλέκτου και χαιρόταν να τις εξηγεί. Οι πιστοί συγχωριανοί του εκείνα τα χρόνια δεν γνώριζαν πολλά πράγματα, καθώς προηγήθηκε η περίοδος της τουρκοκρατίας. Ζούσαν με προλήψεις και δεν είχαν «αισθητή» πνευματική ζωή, όμως οι περισσότεροι εκκλησιάζονταν τακτικά, νήστευαν με ακρίβεια, έκαναν την προσευχή τους και ζούσαν με σεβασμό και ευλάβεια.

     Αυτό όμως που επηρέασε περισσότερο την παιδική ψυχή του, ήταν το παράδειγμα των γονέων του και των δύο ευλαβών ιερέων του χωριού, του παπα-Δημήτρη και του παπα-Γιάννη. Ο παπα-Δημήτρης πήγαινε κάθε εβδομάδα στο σπίτι τους και έκανε την παράκληση της Παναγίας. Κατά καιρόν λειτουργούσε σε κάποιο παρεκκλήσι του χωριού, όπου πήγαιναν οικογενειακώς για να κοινωνήσουν. Η γιαγιά και αργότερα η μητέρα του ζύμωναν τα πρόσφορα κάθε Παρασκευή με ιδιαίτερη ευλάβεια, σαν σε ιεροτελεστία. Ο πατέρας του έψελνε στις λειτουργίες και στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος και στο σπίτι διάβαζε και προσευχόταν καθημερινά. Παρακινούσε τον Κωνσταντίνο να διαβάζει πνευματικά βιβλία και του μάθαινε εύκολους τρόπους, για να βρίσκει τους οκτώ ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής.

     Έτσι η αγνή καρδία του μικρού Κωνσταντίνου προσελάμβανε τα πρώτα χριστιανικά βιώματα μέσα από την απλή εκκλησιαστική ζωή της οικογενείας. Είναι χαρακτηριστικό το εξής γεγονός της παιδικής αθωότητος, που συνδυαζόταν με τον ζήλο και την προθυμία: Είχε διαβάσει στο βιβλίο «Ἁμαρτωλῶν σωτηρία» όταν ήταν στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, ότι είναι καλό να λέει τους «Χαιρετισμούς» στην Παναγία όσες περισσότερες φορές γίνεται μέσα στην ημέρα. Έλεγε λοιπόν τους χαιρετισμούς σε κάθε ευκαιρία, ακόμη και στα διαλείμματα του σχολείου και έφτασε στο σημείο να τους λέει ογδόντα φορές την ημέρα!

Γυμνασιακές σπουδές

     Από την ηλικία των δώδεκα ετών έφυγε από το στενό οικογενειακό περιβάλλον και ξεκίνησε τις γυμνασιακές σπουδές την περίοδο της πνευματικής ωριμάνσεως. Με τον παππού του έκοβαν ξύλα στο βουνό, όταν ήλθαν ο θείος και η αδελφή του με την προτροπή του πατέρα του, να τον κατεβάσουν στην πόλη, για να γραφτεί στο γυμνάσιο Κατερίνης. Ως μικρό παιδί δυσκολευόταν να αποχωριστεί τη μητέρα του και την απλή αγροτική ζωή κοντά στον παππού. Όμως έκανε υπακοή στον πατέρα του και εισήλθε σε ένα καινούργιο κόσμο. Την πρώτη μεγάλη έκπληξη αισθάνθηκε, όταν ατένισε για πρώτη φορά τη θάλασσα στην παραλία της Κατερίνης. Δεν χωρούσε στον παιδικό του νου η απεραντοσύνη της, γιατί το μόνο που ήξερε ώς τότε ήταν η περιγραφή του αναγνωστικού.

     Από τον Σεπτέμβριο του 1938 ώς το φθινόπωρο του 1945 ο νεαρός Κωνσταντίνος παρέμεινε στην πόλη της Κατερίνης. Έμενε σε ένα ξύλινο καλυβάκι πολύ μικρό, ίσα με ένα δωμάτιο. Στην αρχή έμενε με την αδελφή του, ενώ αργότερα μόνος του και μάλιστα στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Τον περισσότερο καιρό μόνος φρόντιζε το καλυβάκι, την καθαριότητα και το φαγητό του. Συχνά έτρωγε από τα λαχανικά και τα όσπρια, τα οποία ο ίδιος είχε καλλιεργήσει στη μικρή αυλή της καλύβας.

     Πήγαινε από την Δευτέρα ώς το Σάββατο στο μεικτό γυμνάσιο της Κατερίνης. Ελάχιστες φορές ανέβαινε στο χωριό. Κάποιες ημέρες της εβδομάδος διανυκτέρευε μαζί του και ο πατέρας του, καθώς έπρεπε να διανείμει την ταχυδρομική αλληλογραφία. Ενώ τις νύχτες ο ίδιος ξάπλωνε νωρίς, για να σηκωθεί εγκαίρως για το σχολείο, άκουγε τον πατέρα του να προσεύχεται πάνω από μία ώρα όρθιος. Τον έπαιρνε ο ύπνος, αλλά κάθε τόσο τον ξυπνούσε η ένθερμη  προσευχή του πατέρα του.

     Παρόλες τις αντίξοες καταστάσεις της δύσκολης αυτής περιόδου, τη φτώχεια και τις συνθήκες του πολέμου, είχε ζήλο για μάθηση. Διάβαζε καθημερινά με επιμέλεια και κάποιες χειμωνιάτικες νύχτες αναγκαζόταν να διαβάζει με το ελάχιστο φως της καρβουνιάς από το μαγκάλι. Βιβλία δεν υπήρχαν και το μάθημα  το υπαγόρευε ο καθηγητής και οι μαθητές το έγραφαν στο τετράδιο. Για ένα διάστημα, κατά τα έτη της γερμανικής κατοχής, τα μαθήματα γίνονταν στο κεντρικό πάρκο της πόλεως, γιατί το γυμνάσιο είχε επιταχθεί από τους γερμανούς στρατιώτες. Κάποιες περιόδους τα μαθήματα διακόπτονταν και τότε ανέβαινε με κίνδυνο της ζωής του στο χωριό.

     Την πνευματική ζωή της νεανικής του ηλικίας δεν τη γνωρίζουμε καλά, γιατί πάντα προτιμούσε να μένει στην αφάνεια. Όταν παρέμενε μόνος, έβρισκε ευκαιρία να κάνει την προσευχή του και να διαβάζει πνευματικά βιβλία. Εκκλησιαζόταν τακτικά στον κοντινό ναό της αγίας Παρασκευής και κυρίως στον ναό της Αναλήψεως του Κυρίου. Εκεί για πρώτη φορά παρακολούθησε κατηχητικό σχολείο και άκουσε το πρώτο κήρυγμα. Μάλιστα τόσο εντυπωσιάστηκε από τον λόγο του ιεροκήρυκα, που έλεγε στον πατέρα του ότι «αυτός πρέπει να είναι άγιος». Η απάντηση του πατέρα του έμεινε χαραγμένη στην καρδιά του: «Δεν φτάνει αυτό, παιδί μου· πρέπει να εφαρμόζει κανείς αυτά, τα οποία λέγει». Εκεί γνώρισε ως πνευματικό και τον π. Φώτιο, στον οποίο εξομολογήθηκε πρώτη φορά σε ηλικία 12 ετών.

     Μέσα από τις εμπειρίες της διαμονής του μακριά από το σπίτι του απέκτησε περισσότερο θάρρος και γενναιότητα. Είχε φίλους ένα γειτονόπουλο με το οποίο έκανε πολύ παρέα και ένα συγχωριανό συμμαθητή, αλλά σκοτώθηκαν και οι δύο την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Συμπεριφερόταν με σεβασμό προς τους συμμαθητές και κυρίως προς τις συμμαθήτριες. Άκουγε με ευλαβική προσοχή τους καθηγητές του και προσελάμβανε με ακρίβεια τις παραδόσεις των μαθημάτων. Με τη δυνατή μνήμη του συγκρατούσε πολλές λεπτομέρειες, καθώς ήθελε να κατανοεί την ουσία των πραγμάτων και, όπως έλεγε ο ίδιος, ήθελε από παιδί να ξέρει την αλήθεια για όλα. Γι’ αυτό έως τα βαθιά γεράματα θυμόταν πολλά από τις παιδικές και γυμνασιακές του σπουδές. Ο ίδιος βέβαια συνήθιζε να λέει, ότι οι συγκυρίες του ελληνογερμανικού και έπειτα του εμφυλίου πολέμου δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει σωστά.

     Από μικρός διδάχθηκε την κίνηση του ηλίου και τις φάσεις της σελήνης και χαιρόταν να τα εξηγεί στους νεωτέρους. Γνώριζε τα καιρικά φαινόμενα και τους ανέμους, καθώς είχε πολλές εμπειρίες από τη ζωή στο βουνό. Γι’ αυτό αργότερα σχολίαζε με χιούμορ την άγνοια των ανθρώπων της πόλεως, που δεν έχουν γνώσεις σχετικά με τη φύση, τα φυτά και τα ζώα. Στο γυμνάσιο έμαθε πολλά για τα φυσικά φαινόμενα, τη φυσιολογία και τη βιολογική ανάπτυξη των φυτών και των ζώων. Του άρεσε να γνωρίζει γενικώς τις εφαρμογές της επιστήμης, χαιρόταν να διαβάζει άρθρα και βιβλία ιστορίας και συζητούσε πολλές φορές για σχετικά θέματα.

     Κατά τη διάρκεια της τετάρτης γυμνασίου πήρε την απόφαση να ακολουθήσει θεολογικές σπουδές. Εκτίμησε την επιμονή του πατέρα του να συνεχίσει το σχολείο, καθώς συνέκρινε τις εμπειρίες των γυμνασιακών του σπουδών με τη ζωή και τις γνώσεις που είχε στο χωριό. Του δημιουργήθηκε παράλληλα μια «καλή ανησυχία» για την άγνοια των συγγενών και των συγχωριανών του. Προσπάθησε για πρώτη φορά να μεταδώσει τις γνώσεις και τα βιώματά του στους συνανθρώπους του, όταν το καλοκαίρι, πριν πάει στην Γ΄ Λυκείου, τον έστειλαν να διδάξει στα παιδιά των Σαρακατσαναίων. Ανέβαινε με τα πόδια στον πρόχειρο οικισμό τους κάτω από τη δεύτερη ψηλότερη κορυφή των Πιερίων (2.023μ.) Διέμενε σε ένα από τα καλυβάκια τους και συγκέντρωνε τα παιδιά, για να τα μάθει γραφή, ανάγνωση και τα στοιχειώδη χριστιανικά γράμματα.

Θεολογικές σπουδές και π. Τιμόθεος

     Την περίοδο από το 1946 ως το 1954 δοκιμάστηκε πνευματικώς και ετοιμάστηκε, χωρίς να το γνωρίζει, για το υπεύθυνο έργο της ιερατικής του διακονίας στην Εκκλησία. Μετά από αναβολές και παρατάσεις εξαιτίας της έκρυθμης καταστάσεως της χώρας, κατάφερε να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις και να εισέλθει επιτυχώς στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όταν τον Ιανουάριο του 1946 έμαθε ότι πέρασε στη σχολή, αποχαιρέτησε τους οικείους του και με τα πράγματά του τυλιγμένα σε ένα μπόγο αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη με ένα φορτηγό, που μετέφερε κάρβουνα.

     Στη συμπρωτεύουσα πήγαινε πρώτη φορά. Για ένα διάστημα έμεινε στο οικοτροφείο της αδελφότητος «Ἀπολύτρωσις». Παρακολουθούσε τα θεολογικά μαθήματα που γίνονταν στις αίθουσες της παλαιάς φιλοσοφικής σχολής. Εκεί διδάχθηκε τη δογματική, το κανονικό δίκαιο, τη λειτουργική, την εκκλησιαστική ιστορία, την πατρολογία, την εισαγωγή και την ερμηνεία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Βιβλία δεν υπήρχαν και αναγκαζόταν να γράφει το μάθημα και τις παραπομπές σε δικό του τετράδιο. Για τις εργασίες διάβαζε τους τόμους της πατρολογίας στη βιβλιοθήκη της σχολής. Οι συμφοιτητές του ήταν ένδεκα και τον αντιμετώπιζαν ως επαρχιώτη. Τον σέβονταν όμως, καθώς τους εντυπωσίαζε η αγαθότητα και η ταπείνωσή του. Είχε ιδιαίτερη σχέση με τον καθηγητή του μαθήματος της Καινής Διαθήκης κ. Ιωαννίδη.

     Για να έχει κάποιο μικρό εισόδημα, εργάστηκε αρχικά σε ένα υποδηματοποιείο και για μικρό διάστημα σε κατάστημα ειδών ραπτικής. Δίδασκε σε παιδιά κατηχητικά μαθήματα στις ενορίες της Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε σε νεανική χορωδία, με την οποία έψελνε στις θείες λειτουργίες. Πήγαινε ημερήσιες εκδρομές στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης με τους συμμαθητές από το κατηχητικό σχολείο. Ζούσε αυτή την περίοδο με νεανικό ζήλο μέσα στις χριστιανικές παρέες, χωρίς καθόλου να επηρεάζεται από το κοσμικό πνεύμα της εποχής.

     Τον κάλεσαν στον στρατό τον Μάρτιο του 1949, ενώ δεν είχε ακόμη τελειώσει τις θεολογικές σπουδές. Παρουσιάστηκε στην Δράμα και μετά από τη μηνιαία βασική εκπαίδευση τον έστειλαν λόγω πανεπιστημιακής μορφώσεως στο Β’ γραφείο θρησκευτικής αγωγής και υπηρέτησε ως αποκρυπτογράφος. Διέκοψε,όμως, τη θητεία του λόγω ασθενείας στη σπονδυλική στήλη. Ταλαιπωρήθηκε μέχρι να βρουν οι ιατροί την πραγματική αιτία της ασθενείας του. Του έκαναν επανειλημμένως παρακεντήσεις και δύσκολη εγχείριση με μόσχευμα από το πόδι. Έμεινε δύο χρόνια καθηλωμένος στο κρεβάτι του πόνου με γύψο σε όλο τον κορμό του σώματος. Μολονότι ξαπλωμένος και ακινητοποιημένος, δίδασκε για τον Χριστό στους ασθενείς και στις νοσοκόμες που συγκεντρώνονταν γύρω του. Υπέμεινε με καρτερία τους πόνους και συνεργαζόταν άψογα με το νοσηλευτικό προσωπικό. Εμπιστευόμενος τον εαυτό του στον Θεό έκανε υπομονή στα βιώματα του πόνου έχοντας ως παρηγορία του τις επισκέψεις του π. Τιμοθέου, του ανθρώπου που άλλαξε οριστικά τη ζωή του.

     Από τους πρώτους μήνες που ήλθε στην Θεσσαλονίκη για τις πανεπιστημιακές του σπουδές, συνδέθηκε με τον πατέρα Τιμόθεο Παπαμιχαήλ, άγαμο κληρικό της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε ιδρύσει άτυπα την αδελφότητα «Σχολεῖον τοῦ Χριστοῦ». Έμεινε κοντά του επτά έτη και μαθήτευσε ως υποτακτικός με πνεύμα υπακοής. Τον σεβόταν και τον εκτιμούσε ως άνθρωπο απεσταλμένο από τον Θεό. Κοντά του έμαθε την προσευχή, την ευπρόθυμη υπακοή, την εκκοπή του ιδίου θελήματος, την ανάγνωση της αγίας Γραφής και τη βιωματική κατανόησή της κατά το πνεύμα της παραδόσεως των πατέρων.

     Ο π. Τιμόθεος (1906-1954) ήταν ευσυνείδητος ιερέας και μοναχός με φλογερή αγάπη Θεού, άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και συγχρόνως με σπάνια ταπείνωση. Ποθούσε να ζει και να ενεργεί κατά το θέλημα του Θεού. Είχε οξυδέρκεια και χάρισμα γραφίδος και προφορικού λόγου, ενώ με τη διάκριση που είχε ως θείο δώρο, μετέδιδε τις αλήθειες του Θεού σε όσους τον πλησίαζαν με πνεύμα μαθητείας. Η αγάπη του προς τον Θεό εκδηλωνόταν εμπράκτως με το πνεύμα της θυσίας και της διακονίας των πιστών. Ζούσε τη μυστηριακή ζωή του ιερέως μέσα στη χαρά του Θεού, σε σημείο που εξαντλείτο. Γινόταν αισθητή η ειρήνη και η ηρεμία που βίωνε και η προσευχόμενη καρδία του εξέπεμπε γαλήνη και σεβασμό, ενώ το πρόσωπό του έλαμπε, καθώς στην ψυχή του αναπαυόταν το Πνεύμα το Άγιον.

     Στην αρχή η σχέση τους ήταν κατηχητού και μαθητού, αλλά σύντομα έγινε πιο ιερή και ο π. Τιμόθεος έγινε πνευματικός του πατήρ. Για κάποιους μήνες ο π. Συμεών έμεινε μαζί με τον π. Τιμόθεο σε ένα διαμέρισμα, όπου ζούσαν με μοναχικό πρόγραμμα, με κοινή τράπεζα, ακολουθίες, μελέτη, πνευματικές συζητήσεις, συχνή εξομολόγηση και κατ’ ιδίαν προσευχή. Κοντά στον π. Τιμόθεο έμαθε καλύτερα την πνευματική ζωή και μέσω της υπακοής γνώρισε σε βάθος τα πάθη και τα συμπλέγματα της ψυχής του. Καθημερινά διεργαζόταν με τη διάκριση και την αγάπη του φωτισμένου πνευματικού του πατρός τις λεπτές κινήσεις της καρδίας του. Με ωμή ειλικρίνεια βίωνε ταπεινά την αποδοχή των αρνητικών του στοιχείων και με την εμπιστοσύνη προς τον Θεό γνώριζε τη μακροθυμία και την πάνσοφη συγκατάβαση του Θεού.

     Κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο του Θεού μαθήτευε επί επτά έτη ο νεαρός Κωνσταντίνος και παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές προσελάμβανε το πνεύμα της αληθείας σε θεωρητικό και βιωματικό επίπεδο. Είναι αξιοσημείωτο ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν θεολογικά εγχειρίδια γραμμένα κατά το πνεύμα των πατέρων, γιατί τα περισσότερα είχαν επιδράσεις δυτικής θεολογίας και οι βιβλιοθήκες των θεολόγων και των κληρικών δεν περιελάμβαναν τα πατερικά συγγράμματα. Ως αποκάλυψη Θεού ο π. Τιμόθεος μελέτησε τα έργα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και βρήκε μπροστά του τη διδασκαλία των πατέρων συγκεφαλαιωμένη και εναργώς διατυπωμένη.

     Η διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου επηρέασε πολύ τη φωτισμένη καρδία του π. Τιμοθέου και παρότρυνε τον επιμελή υποτακτικό του να εντρυφήσει στις αλήθειες των βιωμάτων του αγίου. Ο π. Τιμόθεος μάλιστα ανέλαβε να συγγράψει διατριβή σχετική με τον άγιο Συμεών και για τον σκοπό αυτόν έφυγε τον Οκτώβριο του 1953 για την Λυών της Γαλλίας. Όμως εκοιμήθη αιφνιδίως σε ηλικία 48 ετών τον Ιανουάριο του 1954.

     Πριν φύγει για την Λυών ο π. Τιμόθεος, σαν να προαισθανόταν κάτι για το τέλος του, άφησε ως παρακαταθήκη να αναλάβει τη συνέχιση του όλου έργου του ο αγαπητός του υποτακτικός. Μάλιστα τιμώντας τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο παρήγγειλε, όταν ο Κωνσταντίνος γίνει μοναχός και κληρικός, να πάρει το όνομα του αγίου. Με την κοίμηση του π. Τιμοθέου ο Κωνσταντίνος έμπαινε σε άλλο δρόμο, αυτόν της πνευματικής διακονίας της Εκκλησίας. Εμπνεόμενος από τη ζωή του εκλιπόντος πλέον πνευματικού του πατρός καλούνταν να συνεχίσει το έργο του υπακούοντας στο θέλημα του Θεού.

Πνευματική διακονία

     Τρεις μήνες σχεδόν μετά την κοίμηση του π. Τιμοθέου έγινε η κουρά του στο βυζαντινό μονίδριο του Οσίου Δαυίδ και έλαβε το μοναχικό όνομα Συμεών. Καθώς ανέβαινε προς την Άνω πόλη, αισθανόταν ότι αφιερώνει τη ζωή του στον Θεό ως αρνίο που το πηγαίνουν να το σφαγιάσουν, να το θυσιάσουν. Η κουρά έγινε στις 16 Απριλίου 1954 από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα τον Α’. Την επόμενη ημέρα, Σάββατο του Λαζάρου, έγινε η εις διάκονον χειροτονία στον μητροπολιτικό ναό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

     Όταν γονάτισε κάτω από το ωμοφόριο του αρχιερέως την ώρα της ευχής «ἵνα ἔλθῃ ἐπ’ αὐτόν ἡ Χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος», ένιωσε συνειδητά κύμα δυνάμεως να διαπερνάει την ύπαρξή του σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Συγκλονισμένος ζητούσε το έλεος του Θεού αισθανόμενος την αναξιότητά του. Νόμιζε ότι έτσι συμβαίνει σε όλους κατά την ώρα της χειροτονίας τους και απορούσε, γιατί δεν του το είχαν πει. Λίγο αργότερα τον ενθάρρυνε ο μητροπολίτης λέγοντάς του να αντέξει αυτή την αισθητή επίσκεψη της Χάριτος του Θεού, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε και ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος. Παρέμεινε διάκονος για τρεις μήνες και στις 27 Ιουλίου του 1954 κατά την εορτή του αγίου Παντελεήμονος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τον κάλεσε ο μητροπολίτης και τον χειροθέτησε αρχιμανδρίτη και πνευματικό.

     Ήλθε η ώρα ο π. Συμεών στην ηλικία των 28 ετών να μπει στη νέα ζωή, αυτή του κληρικού με πνευματικές και διοικητικές ευθύνες στο έργο της Εκκλησίας του Χριστού. Συγκλονισμένος ακόμη από τον αιφνίδιο θάνατο του π. Τιμοθέου έμεινε μόνος να αναλάβει το υπεύθυνο έργο του πνευματικού πατρός. Ο ίδιος περιέγραφε τα βιώματα αυτής της εποχής λέγοντας ότι ο Θεός σαν να τράβηξε τη στέρεη σανίδα κάτω από τα πόδια του και έμεινε στο κενό. Το βίωμα αυτό κορυφώθηκε, όταν συμπλήρωνε το δέκατο έτος της ιερατικής του διακονίας. Καθώς ανέλαβε το έργο που του ανέθεσε ο Θεός σε αυτή την ηλικία, πέρασε από πολλές δοκιμασίες, αλλά εκείνη την περίοδο βίωσε πιο έντονα ότι έμεινε στο «χάος». Αισθάνθηκε ως φώτιση Θεού ότι είναι ένα «μηδέν», ότι ο Θεός δεν περίμενε κάτι από αυτόν. Του απεκάλυψε ο Θεός: «Ἐσύ δέν ξέρεις τίποτε, δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτε· εἶσαι γιά τό χάος. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά κάνεις εἶναι νά μέ ἀκολουθήσεις καί νά κάνεις ὅ,τι θά σοῦ λέω».

     Έχοντας συνεχώς την αίσθηση της παρουσίας του π. Τιμοθέου συνέχισε να εκδίδει το περιοδικό «Ἁγιογραφικά θέματα», να διοικεί το «Σχολεῖον τοῦ Χριστοῦ» και να καθοδηγεί τα πνευματικά του τέκνα. Λειτουργούσε και ομιλούσε ως ιεροκήρυκας σε εβδομαδιαία βάση σε διάφορους ναούς της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και για ένα διάστημα της μητροπόλεως Κίτρους. Ξεκίνησε το κηρυκτικό του έργο από τον ναό του αγίου Παντελεήμονος, αλλά εργάσθηκε πνευματικώς κυρίως στον ναό του αγίου Αθανασίου. Οι κατηχητικές συνάξεις προς όλους και ιδιαίτερα προς τους νέους άρχισαν να προσελκύουν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ακροατών, γι’ αυτό οι ομιλίες συνεχίστηκαν στην αίθουσα του ιερού ναού της Αναλήψεως, μετά στην αίθουσα της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και από το 1977 στη μεγαλύτερη αίθουσα του ενοριακού κέντρου του αγίου Αθανασίου.

     Όλα τα έκανε μέσα σε πνεύμα υπακοής προς τον Θεό και την Εκκλησία και τόνιζε τη σημασία της ευλογίας του επισκόπου και του σεβασμού προς αυτόν. Είχε πολύ καλή συνεργασία με τον εκάστοτε μητροπολίτη και ήθελε να ενεργεί το καθετί με την άδειά τους. Μια χρονιά στον εσπερινό της εορτής του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, καθώς ερμήνευε ένα κείμενο του αγίου, σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να γίνει αγρυπνία και η λειτουργία να τελειώσει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Με την ευλογία του μητροπολίτου στην εορτή της αποδόσεως του Πάσχα του 1969 έκανε κατά το πασχαλινό τυπικό τον εσπερινό, τον όρθρο και την αναστάσιμη θ. λειτουργία συμπληρώνοντας το όλο πρόγραμμα με ομιλία, κατά την οποία ερμήνευσε τον κατηχητικό λόγο του ιερού Χρυσοστόμου. Έκρινε καλό να επαναλαμβάνει συχνότερα αυτό το τυπικό και έτσι καθιέρωσε τις μικρές αγρυπνίες.

     Αυτή την περίοδο εργάσθηκε ως καθηγητής στην ανωτέρα εκκλησιαστική σχολή Θεσσαλονίκης και στην εκκλησιαστική σχολή της Λαμίας. Αγαπούσε πολύ τους μαθητές και τους φοιτητές του και πάντα κατέληγε το μάθημα με λόγους πνευματικής οικοδομής. Συνδύαζε τα μαθήματα με την πνευματική ζωή των νέων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβρισκαν τον διακριτικό πνευματικό. Διετέλεσε μάλιστα και διευθυντής της σχολής στην ιερά μονή της αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Με τους φοιτητές και καθηγητές της Σχολής έκανε την πρώτη προσκυνηματική εκδρομή στους Αγίους Τόπους και στο Σινά το 1967. Έτσι ξεκίνησε τις προσκυνηματικές εκδρομές, που γίνονταν τακτικά τα μετέπειτα χρόνια.

     Τα έτη 1965-1966 πήγε για σπουδές ψυχολογίας στο Στρασβούργο. Έμενε στο οικοτροφείο του σεμιναρίου «Grand séminaire de Strasbourg»παρακολουθώντας μαθήματα σχετικά με το θέμα «Ψυχολογία του βάθους και νηπτικοί πατέρες». Εκεί κατενόησε καλύτερα τις λανθασμένες δοξασίες της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας. Γνώρισε αξιόλογους ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών και διεύρυνε τις γνώσεις του γύρω από τον τρόπο σκέψεως των άλλων λαών. Διαπιστώνοντας τί είναι ψευδές, κατενόησε διαυγέστερα τί είναι αληθινό. Όπως έλεγε ο ίδιος, ο Θεός οικονόμησε να έχει αυτές τις εμπειρίες στο εξωτερικό και δεν θα ήθελε να λείπουν από τη ζωή του.

     Αυτή την περίοδο άρχισε τη συγγραφή της διατριβής του με θέμα «Σωτηριολογία στα έργα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου», έργο το οποίο δεν ολοκλήρωσε λόγω των πολλών πνευματικών καθηκόντων. Παρακολούθησε θεολογικά συνέδρια και έλαβε μέρος ως ομιλητής με εισηγήσεις πνευματικού βάθους. Κάποια έργα του δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «γιος Γρηγόριος Παλαμάς» και αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Ὁμιλίες – Εἰσηγήσεις» των εκδόσεων του γυναικείου Ησυχαστηρίου «Τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου».

     Η αρχή αυτή της ιερατικής του διακονίας με τις μεταπτυχιακές θεολογικές σπουδές, τη διδασκαλία, το λειτουργικό και κηρυκτικό έργο, την καθημερινή εξομολόγηση και την πνευματική καθοδήγηση, ήταν η προετοιμασία για ένα έργο ακόμη πιο συστηματικό, ακόμη πιο αποδοτικό. Σαν να διέβλεπε ότι όσες ψυχές είχαν την καλή διάθεση να ακολουθήσουν μια πιο υπεύθυνη πνευματική ζωή, έπρεπε να βιώσουν με τρόπο πιο συγκεκριμένο την ασκητική φύση της. Το 1974,κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Πνεύματος, αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Πανόραμα, για να ακολουθήσει μια πιο ησυχαστική ζωή.

Η ζωή στο Πανόραμα

     Ο π. Συμεών ήθελε να σκέπτεται και να ενεργεί σε όλα τα θέματα κατά το θέλημα του Θεού. Δεν σχεδίαζε με τον νου του τη συνέχεια των πραγμάτων ούτε βιαζόταν, αλλά με υπομονή άφηνε τα πάντα στα χέρια του Θεού. «Να δείξει ο Θεός», όπως χαρακτηριστικά συνήθιζε να λέει. Ακολουθούσε με υποδειγματική υπακοή το σχέδιο της οικονομίας του Θεού, αισθανόμενος ότι, παρόλη την αναξιότητά του, ο Θεός φωτίζει, ο Θεός ενεργεί δι’ αυτού με τις πρεσβείες του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και τις ευχές του πνευματικού του πατρός Τιμοθέου.

     Στην αρχή διαμόρφωσε τέσσερα κελιά και διέμενε κάποιες ημέρες της εβδομάδος. Σιγά σιγά έφτιαξε κι άλλα κελιά και εσωτερικό ναό για τις ακολουθίες και τις πρώτες θείες λειτουργίες. Ο μητροπολίτης Παντελεήμων Β’ τον παρότρυνε να χτίσει μεγάλο ναό για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πιστών. Συγχρόνως συνέχισε να λειτουργεί τις Κυριακές πρωί στον ιερό ναό αγίου Αθανασίου. Τις καθημερινές τελούσε μικρές αγρυπνίες, στις οποίες εκφωνούσε ημίωρες ομιλίες, συχνά στον ναό του αγίου Αθανασίου και κατά καιρούς στους ναούς της Παναγίας της Αχειροποιήτου και της Παναγίας Λαοδηγητρίας.

     Ως έμπειρος πλέον πνευματικός διαπίστωνε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος με την πνευματική συναναστροφή χρειάζεται να σμιλευτεί μέσα στο πνεύμα της υπακοής. Από νωρίς τόνιζε ότι ο «συμπλεγματικός» άνθρωπος ακολουθώντας είτε έγγαμο είτε άγαμο βίο μπορεί να βρει λύτρωση, μόνο αν δείχνει εμπράκτως υποταγή στο θέλημα του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Θυμόταν την πνευματική ωφέλεια που προέκυπτε για τον ίδιο από τη συμβίωση με τον π. Τιμόθεο και διέβλεπε παράλληλα την προθυμία κάποιων νέων να ζήσουν με πνεύμα μαθητείας.

     Άρχισαν να συγκεντρώνονται κάποιοι νεαροί φοιτητές με διάθεση να παραμείνουν κοντά του και σε λίγο ανέβηκαν μαζί του στο Πανόραμα. Χωρίς να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι ούτε ο π. Συμεών, ο Θεός οδηγούσε τα πράγματα προς την ίδρυση μοναστικής αδελφότητος. Παρέμεναν κοντά του, για να διδαχθούν την πνευματική ζωή μέσα από τους λόγους του και κυρίως μέσα από τη ζωή του. Σε λίγα χρόνια καθιερώθηκε κοινή τράπεζα και καθημερινό πρόγραμμα ακολουθιών. Το κοινοβιακό πνεύμα ανέπαυε πολύ τη μικρή αδελφότητα και έτσι δεν άργησαν να γίνουν οι πρώτες μοναχικές κουρές.

     Οι πιστοί που ήθελαν να εξομολογούνται και να εμπιστεύονται τη σωτηρία τους στην πνευματική καθοδήγηση του π. Συμεών όλο και πλήθαιναν. Τα κατηχητικά μαθήματα σε νέους όλων των ηλικιών γίνονταν τακτικά και ο αριθμός των παιδιών και των φοιτητών όλο και αυξανόταν. Περνούσαν από το πετραχήλι του χιλιάδες άνθρωποι από διάφορες μορφωτικές και κοινωνικές τάξεις. Συνδύαζε έτσι το πνευματικό έργο που επιτελούσε τις πρώτες δεκαετίες της ιερατικής του διακονίας στην πόλη με την καινούργια ζωή στο μοναστήρι.

     Αυτή την περίοδο δημιουργήθηκε και η γυναικεία αδελφότητα. Κάποιες νέες έμεναν επί δύο έτη σε διαμέρισμα τηρώντας μοναχικό πρόγραμμα. Με την ευλογία του οικείου μητροπολίτη τον Φεβρουάριο του 1987 άρχισε να οργανώνεται και το γυναικείο ησυχαστήριο του Γενεσίου της Θεοτόκου σε απόσταση 500 μέτρων από το ανδρικό. Επικεφαλής της γυναικείας αδελφότητος εξελέγη η γερόντισσα Φιλοθέη, η οποία με ευπρόθυμη υπακοή ακολούθησε τον π. Συμεών σε όλα τα πνευματικά και διοικητικά θέματα.

     Με τη συνεχή εξομολόγηση, το καθημερινό λειτουργικό έργο, τις ομιλίες και τις ειδικές συνάξεις γνώριζε σε βάθος τις πνευματικές ανάγκες των ψυχών. Τώρα, όμως, είχε και την πνευματική καθοδήγηση των δύο μοναστικών αδελφοτήτων και το πνευματικό του αισθητήριο εκλεπτυνόταν όλο και περισσότερο. Η συναναστροφή με τους υποτακτικούς του συντελούσε στη βαθύτερη βιωματική γνώση της ταπεινώσεως και της ανυπερήφανης αγάπης. Ως στοργικός πατέρας μέσα σε πνεύμα ελευθερίας σμιλευόταν με τα καθημερινά προβλήματα της κοινοβιακής ζωής. Δίδασκε την αυτογνωσία στους μοναχούς και στους δοκίμους μέσα από τη φιλάνθρωπη υπακοή. Με τη συμμετοχή στις καθημερινές ακολουθίες, τα διακονήματα και την όλη πνευματική συναναστροφή διεγίνωσκε τις πλάνες και τις λεπτές συμπλεγματικές συμπεριφορές και με τη διάκρισή του μετέδιδε την αληθινή πνευματική ζωή της ορθοδόξου ασκήσεως.

     Για τους νέους μοναχούς οι πνευματικοί λόγοι του πατρός απεκάλυπταν ως φως Θεού στις καρδίες τους την άγνοια και την απροθυμία για τη βίωση του θελήματος του Θεού. Διδάσκονταν με τέχνη από τον διακριτικό πνευματικό πατέρα την εκκοπή του ιδίου θελήματος μέσω της ελεύθερης υπακοής. Αποδέχονταν την αληθινή και ταπεινή αγάπη του πατρός και διά μέσου αυτής γνώριζαν την αγάπη του Θεού αισθανόμενοι ότι χωρίς να το αξίζουν γίνονταν δέκτες της ζωής των αγίων πατέρων.

     Με τη συνταξιοδότησή του στις αρχές του 1997 το έργο του π. Συμεών επικεντρώθηκε στο Πανόραμα. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε η εκφώνηση ομιλιών στην ιδιόκτητη αίθουσα «ἀρχιμ. Τιμόθεος Παπαμιχαήλ» λίγο πιο πάνω από τον βυζαντινό ναό αγίου Γεωργίου Ροτόντας. Το πρόγραμμα της πνευματικής διακονίας έγινε συναρπαστικό και χωρίς να «καλοπιάνει» τους πιστούς, όπως υπογράμμιζε ο ίδιος, ο αριθμός των προσερχομένων αυξανόταν με γρήγορους ρυθμούς. Η μεγάλη αίθουσα κατά τις ομιλίες για όλους και για νέους γέμιζε. Οι εξομολογούμενοι ξεπερνούσαν πλέον τους δύο χιλιάδες. Στις ομαδικές εξομολογήσεις μετά την κυριακάτικη λειτουργία οι εκκλησιαζόμενοι ξεπερνούσαν τους χίλιους τριακόσιους και αναγκαστικά έγινε επέκταση του ναού της αγίας Τριάδος. Οι προσκυνηματικές εκδρομές στους Αγίους Τόπους και σε άλλες χώρες με χριστιανικό πολιτισμό έγιναν πιο συχνές. Στις ακολουθίες μπήκε η ευχή με το κομποσκοίνι και στις ομιλίες γίνονταν ακόμη πιο συχνά αναφορές στην προσευχή και στην αυτογνωσία που προκύπτει μέσω της υπακοής. Στις ειδικές συνάξεις φοιτητών, νεαρών ζευγαριών και ανδρών και γυναικών που ήθελαν να ακολουθήσουν πιο συστηματική πνευματική ζωή οι προσερχόμενοι αυξάνονταν συνεχώς.

     Σκέψεις για κατασκηνωτικές εγκαταστάσεις, χριστιανικό σχολείο και ξεχωριστό νοσοκομείο έμειναν ανεκπλήρωτες, γιατί τα πάντα ήθελε να γίνονται όπως φώτιζε ο Θεός. Χρήματα και χορηγίες δεν ζητούσε ποτέ από φορείς και εξωτερικούς οργανισμούς ούτε από τους πιστούς που γνώριζε. Δεχόταν δωρεές και ταπεινές εισφορές μόνον από αυτούς που έδιναν ονόματα προς μνημόνευση στα συνεχή σαρανταλείτουργα. Κάπως έτσι ολοκλήρωσε τις κτιριακές εγκαταστάσεις των δύο μοναστηριών. Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του οργάνωσε και εργάστηκε ο ίδιος στα χωράφια με οπωρώνες, ελιές και άλλα γεωργικά είδη στις περιοχές των πατρογονικών του αγρών στην Ρητίνη και σε ένα παραχωρημένο ως δωρεά αγροτεμάχιο στην περιοχή της Γοργόπης κοντά στο Πολύκαστρο, όπου έχτισε βοηθητικά κτίσματα.

     Οι πνευματικές ανάγκες των πιστών τον ανάγκασαν να αποδεχθεί την έκδοση βιβλίων που περιέχουν απομαγνητοφωνημένες ομιλίες και γραπτά του κείμενα. Ο ίδιος δεν ήθελε να εκδοθούν, γιατί θεωρούσε τις ομιλίες του φτωχικές από πλευράς ομιλητικής, ρητορικής. Εξάλλου οι ομιλίες και οι λόγοι των πατέρων που καταγράφονται στην πατρολογία, στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι προφορικοί λόγοι καταγεγραμμένοι από ειδικούς ταχυγράφους. Τα γραπτά του κείμενα έχουν άρτια μορφή και άριστη συνοχή, ιδίως αυτά που δημοσίευσε ο ίδιος.

Προσωπικότητα

     Ο π. Συμεών πάνω στο γραφείο του είχε γραμμένες σε ξεχωριστό χαρτί τρείς λέξεις, ταπείνωση, αφάνεια, σιωπή. Αυτά ήταν τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της ζωής του. Δεν του άρεσαν οι έπαινοι και οι κολακείες και απέφευγε τις δημόσιες προβολές. Επειδή είχε την κατά Θεόν ταπείνωση, δεν επηρεαζόταν από τις εκφράσεις ευγνωμοσύνης των ανθρώπων. Πολλοί εκδήλωναν τις ευχαριστίες τους για τις πνευματικές ευεργεσίες και τις φανερές ευλογίες στη ζωή τους, αλλά ήταν εντυπωσιακό ότι ο πατήρ δεν αισθανόταν ότι ο ίδιος έκανε κάτι, γιατί απέδιδε τα πάντα στον Θεό. Δεν γινόταν κάποια κίνηση της ψυχής του προς τον εγωισμό ή προς την ταπεινολογία. Το μόνο που έλεγε ήταν «όλα ο Θεός τα κάνει».

     Όταν τον ρωτούσαν πώς αντέχει τα παθήματα και τις στενόχωρες ενέργειες αγνωμοσύνης των αγαπητών του τέκνων, απαντούσε: «αν δεν πίστευα ότι ο Θεός σας φέρνει εδώ, όπως κι εμένα με έφερε εδώ, δεν θα άντεχα». Πολλές φορές ο π. Συμεών από αγάπη να διδάξει το αληθινό πνεύμα ενεργούσε με διάκριση απευθύνοντας λόγους που συντελούσαν στην εκκοπή του θελήματος. Οι λόγοι αυτοί πλήγωναν τη φιλαυτία της ακατέργαστης καρδίας του υποτακτικού που συχνά αντιδρούσε με στενόχωρη συμπεριφορά. Τότε λοιπόν, ενώ η στενόκαρδη ενέργεια του υποτακτικού τον προκαλούσε, ο πατήρ με ιλαρότητα υπέμενε την αντίδραση και παρέμενε ήρεμος διδάσκοντας το βίωμα της αληθινής αγάπης και της ταπεινώσεως.

     Όταν ήταν νεώτερος φαινόταν λίγο απόμακρος και αυστηρός. Όμως κατά την εξομολόγηση και την πνευματική καθοδήγηση έδειχνε πηγαία αγάπη και συμπόνια προς τον εξομολογούμενο. Άκουγε ανεπηρέαστος και την πιο βαριά αμαρτία. Διέκρινε με την ακρίβεια του πνεύματος των πατέρων και τη λεπτότερη αμαρτητική κίνηση της ψυχής και συγχρόνως συνέπασχε και παρηγορούσε με επιείκεια. Το αγαθό του βλέμμα με τα γαλανά μάτια του εξέπεμπε βεβαιότητα για τη συγχωρητικότητα του Θεού και οι λόγοι του ελπίδα και εμπιστοσύνη προς την αγάπη του Θεού. Όσο γήρασκε, γινόταν όλο και πιο προσηνής.

     Επειδή είχε και γνώσεις ψυχολογίας, διέβλεπε τις αρρωστημένες καταστάσεις. Με διάκριση απεκάλυπτε μόνο αυτά που μπορούσε να αντέξει η πονεμένη καρδία των εξομολογουμένων. Οι προσερχόμενοι αισθάνονταν πολύ γρήγορα την ταπεινή αγάπη του και εύκολα άνοιγαν την καρδία τους. Άλλοι τον θεωρούσαν αυστηρό, επειδή δεν χαριζόταν στο θέλημά τους και άλλοι συντρίβονταν από τη διάκριση και την αισθητή ευσπλαχνία του. Δεν επέτρεπε προσκολλήσεις και ενεργούσε πάντα με διάκριση διδάσκοντας τη φιλάνθρωπη υπακοή. Από τη μια διέβλεπε τη συμπλεγματική και φιλαμαρτήμονα διάθεση του αδελφού και από την άλλη προσπαθούσε να εμπνεύσει την αγάπη προς το θέλημα του Θεού έξω από την πονηρή αυτοδικαίωση.

     Καθόταν με τις ώρες στο εξομολογητήριο και ακούραστα άκουγε τα παθήματα των ανθρώπων. Για να αποφεύγονται οι εξιστορήσεις παρελκυστικών γεγονότων, συμβούλευε να γράφουν γράμματα, πριν έλθουν στην εξομολόγηση. Τα διάβαζε τις βραδινές ώρες και ενθυμούνταν όλες τις λεπτομέρειες. Το γραπτό κείμενο γινόταν καθρέπτης της ψυχής και ο πατήρ με την εμπειρία του διεγίγνωσκε ακόμη και από τον γραφικό χαρακτήρα λεπτομέρειες της προσωπικότητας. Την ώρα της εξομολογήσεως μιλούσε με ένθερμη αγάπη και τα δάκρυα των εξομολογουμένων, άλλοτε συναισθηματικά και άλλοτε μετανοίαςτου σπάραζαν την καρδία. Αλλά πάντα αγκάλιαζε τον ανθρώπινο πόνο με τους λόγους που πήγαζαν από τα βιώματα της χάριτος του Θεού. Όπως έλεγε ο ίδιος «κατά την ώρα της εξομολογήσεως δεν κατεβαίνω απλώς στο επίπεδο του άλλου, για να συμπάσχω, αλλά βρίσκομαι πιο κάτω από τον καθένα, για να τον στηρίξω ως ομοιοπαθής».

     Όταν λειτουργούσε, είχε μια αρχοντική ευλάβεια και αγαπούσε την ευταξία. Βίωνε τα νοήματα των ευχών και των τροπαρίων, χωρίς επιφανειακούς συναισθηματισμούς. Είχε σταθερή φωνή και οι εκφωνήσεις του εξέφραζαν τον καημό και τον πόνο. Συνεχώς είχε θέματα που τον απασχολούσαν, αλλά την ώρα της ακολουθίας τα άφηνε όλα στον Θεό. Του άρεσε η κατανυκτική και ζωντανή ψαλμωδία και διηύθυνε με απλό τρόπο τη συμψαλμώδηση είτε με τους συλλειτουργούντες ιερείς είτε με τον λαό, όταν ταίριαζε. Έβγαινε στην Ωραία Πύλη και συνέψαλλε τα αντίφωνα και το «Ἅγιος ὁ Θεός» του Καλογήρου.

     Αγαπούσε και σεβόταν ιδιαιτέρως κάποιους αγίους. Επειδή αισθανόταν την παρουσία του Θεού στην καθημερινή του ζωή, θαύμαζε πολύ τον άγιο Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος την ώρα του ωμού πειρασμού είπε «πῶς ποιήσω τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ». Επειδή βίωνε με καρτερική υπομονή και ταπείνωση τις πτώσεις και τις κακίες των ανθρώπων, συμπαθούσε πολύ τον άγιο Στέφανο, που έδειξε κατά Θεόν συγχωρητικότητα την ώρα του μαρτυρίου του. Επειδή βίωνε την ιερατική του διακονία ως θυσιαστική προσφορά χάριν της αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε τον άγιο Ιγνάτιο για τη γενναιότητα και το θυσιαστικό του πνεύμα κατά την πορεία του προς την Ρώμη. Επειδή ποθούσε την αλήθεια της διδασκαλίας του Χριστού, ευλαβείτο τον άγιο Αθανάσιο, που αγωνίσθηκε και συκοφαντήθηκε για την ακρίβεια των αληθειών της πίστεως. Ξεχώριζε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον άγιο Δημήτριο και την αγία Αικατερίνη για την αγνότητα της ψυχής και του σώματος. Θαύμαζε τη μετάνοια και την αλλοίωση του Ληστού. Συναρπαζόταν από την αγάπη και την αφοσίωση της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, «ἀφ’ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια». Αναφερόταν συχνά στη διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου.

     Όλους τους αγίους τους τιμούσε και διάβαζε συνεχώς τα πατερικά έργα, γι΄ αυτό ήθελε να έχει στη βιβλιοθήκη του ολοκληρωμένες τις σειρές των εκδόσεων της πατρολογίας. Όμως βρήκε όλη την ορθόδοξη θεολογία και κατά κάποιον τρόπο όλα τα βιώματα των αγίων πατέρων στο πρόσωπο του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Πλησίον του π. Τιμοθέου έμαθε για τα συγγράμματα του αγίου, αλλά από τότε που έγινε η μοναχική του κουρά και πήρε το όνομά του, αγάπησε υπερβαλλόντως τον άγιο Συμεών. Δεν ήθελε να αποκαλύψει το πώς, αλλά τόνιζε ότι ο άγιος Συμεών του άνοιξε τον δρόμο προς τη θεία Λατρεία, προς το μυστήριο της Εκκλησίας. Την ύπαρξη των δύο ησυχαστηρίων που ίδρυσε, την απέδιδε στον άγιο Συμεών. Ανέφερε συχνά χωρία και παραδείγματα από τα συγγράμματα του αγίου, αλλά το βασικό ήταν ότι η όλη του διδασκαλία ήταν διαποτισμένη από τα βιώματα και τα νοήματα του αγίου Συμεών. Κυρίως δύο ήταν οι αλήθειες που τον επηρέαζαν, η έμπρακτη υπακοή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου στον πνευματικό του και η δι΄ αυτής υποταγή στο θέλημα του Θεού και η βίωση της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας, ήτοι των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, «αἰσθητῶς, γνωστῶς».

     Ιδιαιτέρως τιμούσε και ευλαβείτο την Παναγία. Αναφερόταν με συγκίνηση στη ζωή της και τόνιζε την αγνότητα και την απόλυτη υπακοή της στο θέλημα του Θεού. Κάποιες φορές του έφευγαν δάκρυα, καθώς ερμήνευε τον διάλογο της Αειπαρθένου Μαρίας κατά τον Ευαγγελισμό. Τον συνείχαν τα λόγια της Παναγίας «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» και η ζωή του ήταν διαποτισμένη από το παράδειγμά της. Αγαπούσε πολύ τον μικρό και τον μεγάλο παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία, όπως επίσης τον αγγελικό ύμνο «Ἄξιόν ἐστιν». Είχε την πεποίθηση ότι η Παναγία εισακούει τους καημούς των ανθρώπων και τιμούσε την εικόνα της Γοργοεπηκόου.

     Ήταν συγκινητικό πώς ζούσε όλα τα γεγονότα του εκουσίου πάθους του Χριστού τη Μεγάλη εβδομάδα παρόλη την κόπωση από τη συνεχή εξομολόγησηΑγαπούσε πολύ όλες τις ακολουθίες και ιδίως κάποια ιδιόμελα όπως το «Ἐρχόμενος ὁ Κύριος», το αργό τροπάριο της Κασσιανής και το κάθισμα «Ἤθελον δάκρυσιν ἐξαλεῖψαι». Έψαλλε κατανυκτικά το «Σήμερον κρεμᾶται»καθώς έβγαινε με τον εσταυρωμένο. Συνέπασχε ολόκληρος καθώς βίωνε ότι ο Χριστός πόνεσε θεοπρεπώς πάνω στον Σταυρό. Με τα λευκά του άμφια μπροστά στον επιτάφιο ψάλλοντας τα εγκώμια χαιρόταν σαν να παρακολουθούσε την εις άδου κάθοδον. Στην δε πασχαλινή ακολουθία έλαμπε ολόκληρος εκπέμποντας τη χαρά της Αναστάσεως. Κρατούσε τη λαμπάδα του που φώτιζε τα κατάλευκα γένια του και έψαλλε το «Χριστὸς ἀνέστη» σε χαμηλό τόνο με το γλυκό του ύφος.

     Συγκλονιζόταν, όταν μετά την περιφορά του επιταφίου κανοναρχούσε το τροπάριο «Τὸν λιον κρύψαντα». «Τοῦτον τὸν ξένον» έψελνε και βίωνε «ψυχῇ τε καὶ σώματι» την εγκατάλειψη του Χριστού ως ξένου από τους ανθρώπους, για τους οποίους έπασχε εκουσίως από αγάπη. «Τοῦτον τὸν ξένον» επαναλάμβανε αισθανόμενος την ξενιτεία του Χριστού, αναλογιζόμενος και τη δική του ξενιτεία, καθώς και ο ίδιος, ενώ ζούσε με αληθινή αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους, έμενε μόνος ως μόνος προς τον Θεό. Με συντριβή έφτανε στον στίχο «ὦ υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάχνα τιτρώσκομαι καὶ καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορῶσα», καθώς ένιωθε τον μητρικό πόνο της Παναγίας που γνώριζε ότι βλέπει μπροστά της τον νεκρωθέντα Χριστό. Αλλά, όταν έφτανε στο τέλος «ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω», έλαμπε το πρόσωπό του, γιατί όλα αυτά δεν τα βίωνε με αρνητική θλίψη, αλλά με την πίστη στην Αγάπη του Αναστημένου Χριστού.

     Κανείς δεν μπορούσε να αντιληφθεί  τους θρήνους της ψυχής του και τους εσωτερικούς καημούς του. Με γενναιότητα αντιμετώπιζε τις θλίψεις και τους πόνους από τα παθήματα και τις κακίες των ανθρώπων. Η ζωή του Χριστού ήταν το κέντρο της δικής του ζωής και θυσίαζε συνεχώς το θέλημά του υποτασσόμενος στο θέλημα του Θεού και στις απαιτήσεις των ανθρώπων, που προσέτρεχαν σε αυτόν με αγωνία. Ήταν στοργικός πατέρας και απλανής διδάσκαλος, επειδή πρώτα ο ίδιος είχε πνεύμα μαθητείας προς τον Χριστό και προς όλους τους υποτακτικούς του, καθώς ως ο διακονών ανεχόταν και σήκωνε στους ώμους του όλες τις δύσκολες καταστάσεις τους. Ως άνθρωπος υπακούων στο αναστάσιμο κάλεσμα του Χριστού μαζί με την άρση της σταυρικής του διακονίας ζούσε συνεχώς και την αναστάσιμη χαρά. Στο πρόσωπό του έβλεπε ο καθένας την ουράνια χαρά και την ηρεμία του ανθρώπου που βιώνει συνεχώς την ανάπαυση και τη γλυκύτητα από την εκκοπή του ιδίου θελήματος χάριν της Αγάπης του Θεού.

     Όλη του η ζωή ήταν μια μαρτυρική διακονία αγάπης προς το ποίμνιο του Χριστού βιώνοντας τον λόγο του τιμίου Προδρόμου «ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰω 3,30). Πονούσε, καθώς παρατηρούσε ότι οι σύγχρονοι χριστιανοί ζουν με κοσμικό φρόνημα, σαν αβάπτιστοι, και θεωρούσε εγκατάλειψη Θεού το ότι δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη του Χριστού. Γι’ αυτό αναφερόταν συχνά στην προσευχή του αγίου Γενναδίου του Σχολαρίου, που απέδιδε τα αίτια της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως στην αμαρτία και στην αμετανοησία των χριστιανών, οι οποίοι πρώτοι εγκατέλειψαν τον Θεό. Όμως, ο π. Συμεών πάντα κατέληγε στην ευσπλαχνία του «ἀνυπερήφανου» Θεού. Δίδασκε ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να φοβούνται, αλλά αναλαμβάνοντας την ευθύνη των αμαρτιών τους να βλέπουν θετικά την όλη πτώση τους υπομένοντες καρτερικά το μαρτύριο της συνειδήσεως. Χαιρόταν, όταν διαπίστωνε ότι οι πιστοί έδειχναν διάθεση να ταπεινωθούν ενώπιον του Θεού.

     Όσοι τον έζησαν από κοντά, γνώρισαν ένα άνθρωπο του Θεού με πολλά χαρίσματα κρυμμένα μέσα στην ταπείνωση. Ο πάτερ ήταν άνθρωπος προσγειωμένος, με βαθιά αυτοσυνειδησία. Λόγω της φιλαληθείας του είχε βαθιά αυτογνωσία και ως εκ τούτου διέβλεπε εύκολα στον εαυτό του και έπειτα στους γύρω του και αντίστροφα πολλές πτυχές της αμαρτωλότητος του ανθρώπου. Είχε υψηλή ευφυΐα, συναισθηματική νοημοσύνη, παρατηρητικότητα και εκλεπτυσμένη αντιληπτική ικανότητα. Του άρεσε να γίνονται τα πράγματα όμορφα και καλαίσθητα, αλλά όχι εξεζητημένα. Επειδή ο ίδιος το βίωνε, έλεγε χαρακτηριστικά ότι ο άνθρωπος που έχει Χάριν Θεού οτιδήποτε φτιάχνει είναι χαριτωμένο, διακριτικό και με μέτρο. Του άρεσε να εργάζεται στον κήπο καλλιεργώντας  τα δένδρα, τα λαχανικά και τα λουλούδια. Είχε δυνατά χέρια και συνήθιζε να κλαδεύει με το πριόνι και το κλαδευτήρι.

     Το πρόγραμμά του ήταν εξαντλητικό, ο ύπνος του άστατος και συχνά ελάχιστος. Όσο ήταν καλά στην υγεία του, ακολουθούσε αυστηρώς τις νηστείες του μοναχικού προγράμματος και κάποιες φορές κατά την Καθαρά εβδομάδα συνέχιζε το «τριήμερο» ώς την Παρασκευή. Τις καθημερινές ακολουθίες τις παρακολουθούσε από την αρχή, παρόλη την κούραση του νυχθημέρου προγράμματός του, εφόσον βέβαια το επέτρεπαν οι δυνάμεις και οι υποχρεώσεις. Συνήθιζε να προσεύχεται με τη μονολόγιστη ευχή, για την οποία ομιλούσε πολύ συχνά. Συγχρόνως όμως ήταν και πολύ ανθρώπινος και του άρεσε να ενημερώνεται για την επικαιρότητα και μάλιστα μάθαινε λεπτομέρειες από διαφορετικές πηγές.

     Ήταν άνθρωπος πνευματώδης, με αίσθηση του χιούμορ, με αρχοντική συμπεριφορά και σε συνδυασμό με την απλότητα και την ταπείνωσή του γινόταν πολύ ευχάριστος στην καθημερινή του συναναστροφή. Οι κινήσεις του ήταν αρμονικές και σε όλα είχε το μέτρο, το δε γέλιο του ήταν πολύ χαριτωμένο. Αστειευόταν συχνά και κάποιες φορές με πολύ σεμνό τρόπο αναφερόταν «πειρακτικά» σε όσους επιδέχονταν, ιδίως τους νεωτέρους. Του άρεσε να συζητάει για όλα τα θέματα, από τα πιο πνευματικά ώς και θέματα σχετικά με την αστρονομία και τη φυσική. Εντυπωσιαζόταν από τις γνώσεις και τα χαρίσματα των ανθρώπων, αλλά χωρίς μειονεκτικότητα θεωρούσε ότι ο ίδιος δεν έχει χαρίσματα.

     Αυτό, όμως, που ήταν πολύ χαρακτηριστικό, ήταν ότι γρήγορα μετέφερε τον λόγο στα πνευματικά. Επειδή είχε συνεχώς την αίσθηση της παρουσίας του Θεού, με οποιαδήποτε αφορμή κατέληγε στα πράγματα της πνευματικής ζωής. Τα προσφιλή του θέματα προς συζήτηση ήταν η αυτογνωσία, η υπακοή και η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Ο λόγος του ήταν πάντα θετικός και εποικοδομητικός και από την πολλή του αγάπη συνέπασχε με την άγνοια και την αρνητικότητα του αδελφού. Ήταν εντυπωσιακό πως πολλές φορές ο ακροατής, ενώ ανησυχούσε για ένα ζήτημα, ο πατήρ απαντούσε σε άλλη βάση και στην αρχή έμοιαζε ότι έμενε αναπάντητο το ερώτημα. Στη συνέχεια, όμως, η συζήτηση κατέληγε στην ουσία του θέματος, που ήταν μια αλήθεια του Θεού, στην οποία καθόλου δεν πήγαινε ο νους του ακροατή. Δεν έμενε στη θεωρητική πλευρά των αληθειών, αλλά πάντα εξηγούσε τον τρόπο της πρακτικής εφαρμογής τους. Επειδή ο ίδιος βίωνε τις αλήθειες του Θεού, αισθανόμενος ότι αναφέρεται πρωτίστως στον εαυτό του, μετέδιδε και στην πιο ακατέργαστη ψυχή τον τρόπομε τον οποίο μπορούσε να αλλάξει και να μετανοήσει η πρόθυμη καρδία.

     Είχε σαφήνεια στον λόγο του και χρησιμοποιούσε απλή, αλλά ανώτερου επιπέδου γλώσσα με λόγιες εκφράσεις. Αγαπούσε την αρχαία ελληνική και προτιμούσε να διαβάζει τα συγγράμματα στο πρωτότυπο. Είχε ευχέρεια να μεταφράζει με ακρίβεια τα αγιογραφικά και τα πατερικά κείμενα. Λόγω της συναισθηματικής του νοημοσύνης κατανοούσε την αντιληπτική ικανότητα του άλλου και με τον πρακτικό του νου προσάρμοζε τις εμπειρίες και τις γνώσεις του, ώστε να γίνεται μεταδοτικός. Δεν του άρεσαν οι αλληγορίες, αλλά στην ομιλία του χρησιμοποιούσε μεταφορικά παραδείγματα με εύστροφο τρόπο. Δεν άφηνε να καταλήξει η συζήτηση σε κάτι απαισιόδοξο, αλλά το συμπέρασμα ήταν πάντα θετικό, ότι όποιος θέλει να λυτρωθεί, πρέπει να δει ειλικρινά την πραγματικότητά του και να πάρει ταπεινή στάση ενώπιον του Θεού. Παρόλη την αμαρτωλότητά του ο άνθρωπος καλείται να θελήσει, να δείξει διάθεση, να απαρνηθεί το θέλημά του και μετανοώντας να εμπιστευθεί άνευ όρων τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού.

Διδασκαλία του π. Συμεών

     Ο π. Συμεών με τις ομιλίες του δίδασκε για όλα τα θεολογικά και πνευματικά θέματα. Ερμήνευε αγιογραφικά, λειτουργικά και πατερικά κείμενα αναπτύσσοντας τα νοήματα κάθε στίχου. Έπαιρνε αφορμή από τα θεόπνευστα λόγια και ανέλυε τις πνευματικές αλήθειες που σχετίζονταν με τους προβληματισμούς και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πολλές φορές αναφερόταν ανωνύμως σε γεγονότα που βίωνε στο μυστήριο της εξομολογήσεως. Ο λόγος του ήταν πυκνός νοημάτων και η γλώσσα του ζωντανή και ρεαλιστική πηγάζουσα από τα προσωπικά του βιώματα. Είχε την ευχέρεια να εξηγεί και τις βαθύτερες θεολογικές έννοιες με απλό και κατανοητό τρόπο.

     Στις λειτουργίες ερμήνευε τις ευαγγελικές και κατά περίσταση τις αποστολικές περικοπές. Στις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές εξηγούσε το βαθύτερο νόημα της εορτής αναφερόμενος στα αναγνώσματα και στους σχετικούς λειτουργικούς ύμνους. Στις μνήμες των αγίων ανέλυε το συναξάρι και,αν ήταν πατέρας της Εκκλησίας, αναφερόταν στη διδασκαλία του. Στις συνάξεις ανέλυε πιο συστηματικά την Παλαιά και την Καινή διαθήκη και κάποια πατερικά κείμενα αναπτύσσοντας ενίοτε διάφορα παιδαγωγικά, ψυχολογικά και κοινωνικά θέματα. Χρησιμοποιούσε παραδείγματα και γεγονότα της καθημερινότητας για να εξηγήσει τις αλήθειες σχετικά με όλα τα ζητήματα της χριστιανικής ζωής, από τα πιο υψηλά δογματικά ώς τα πιο απλά και πρακτικά. Συχνά απαντούσε σε ερωτήματα και σε λογισμούς των ακροατών.

     Η διδασκαλία του ανέπαυε τις καρδιές των ανθρώπων και ενέπνεε την εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Με τη γαλήνια φωνή του ηρεμούσε τις ψυχές των ακροατών, ενώ κάποιες φορές οι έντονες εξάρσεις εξέφραζαν τον καημό και την αγωνία του να αφυπνίσουν την αμαυρωμένη συνείδηση των πιστών. Μέσα από τις ομιλίες και την πνευματική καθοδήγηση δίδασκε τη θεωρία της χριστιανικής πίστεως, αλλά το εντυπωσιακό ήταν ότι δεν έμενε στο «τί», αλλά εξηγούσε και το «πώς». Ο πρακτικός του λόγος παρακινούσε την προαίρεση του ακροατή, ώστε να βάλει πνευματική αρχή και να εφαρμόσει τις εντολές του Θεού στην καθημερινή του ζωή.

     Συνήθως άρχιζε από την κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου, για να τονίσει την κτιστότητα της ανθρώπινης φύσεως και την κατά χάριν δυνατότητα ομοιώσεως προς τον Δημιουργό Θεό. Έδινε μεγάλη σημασία στην πτώση του ανθρώπου, για να θεωρήσει ως  δεδομένη την αμαρτητική του διάθεση και τον αγώνα που πρέπει να κάνει, ώστε μέσω της υπακοής στις εντολές του Θεού να βιώσει από αυτή τη ζωή τον ουράνιο παράδεισο. Διευκρίνιζε ότι η αμαρτία του ανθρώπου είναι πρωτίστως μια ανοησία και τελικά μια ανυπακοή στο θέλημα του Θεού, σαν μια άλλη προπατορική πτώση.

     Ένα από τα βασικά στοιχεία της διδασκαλίας του ήταν η συναίσθηση της αμαρτωλότητος του ανθρώπου. Η αυτογνωσία είναι δώρο του Θεού και βασική της προϋπόθεση είναι η ειλικρινής διάθεση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πασχίζει να αποδείξει ότι είναι αυτάρκης και αποφεύγει την ενασχόληση με τη γνώση των παθών του. Προσπαθεί να απωθήσει τις αμαρτίες του και να καλύψει την αμαυρωμένη συνείδησή του με την αυτοδικαίωση και την προβολή. Τα πάθη είναι οι βαθύτερες καταστάσεις του ανθρώπινου «είναι» και ο άνθρωπος διαπράττει τις αμαρτίες ως εκδηλώσεις των παθών. Ο άνθρωπος γνωρίζει μικρό μέρος της πεπτωκυίας φύσεώς του, ενώ το ασυνείδητο και το υποσυνείδητο της ψυχής παραμένουν άγνωστα. Δεν θα άντεχε όλη την πραγματικότητά της αμαρτίας του, γι’ αυτό ο Θεός την αποκαλύπτει σταδιακά κατά το μέτρο της ταπεινώσεως του ανθρώπου.

     Ο π. Συμεών δίδασκε σχεδόν σε κάθε ομιλία του ότι η υπακοή είναι ο μόνος τρόπος να απεγκλωβιστεί ο σύγχρονος άνθρωπος από την αυτοκαταστροφική φιλαυτία του. Η άνευ όρων εμπιστοσύνη στον Χριστό και η μαθητεία «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» σε απλανή πνευματικό πατέρα είναι η λυτρωτική οδός, για να μπορέσει ο συμπλεγματικός άνθρωπος να παραδεχθεί την αχρειότητά του και με ταπείνωση να γίνει δεκτικός της χάριτος του Θεού. Ο «παλαιός άνθρωπος» άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φιλαυτία και τους κλάδους της, φιληδονία, φιλοδοξία και φιλαργυρία, είναι «ευφυέστατος» και παμπόνηρος. Παρακινούμενος και από τον διάβολο ο άνθρωπος προτιμάει να μένει υποχείριο των παθών και δεν επιθυμεί να ελευθερωθεί από τις παθολογικές καταστάσεις του. Αρνείται έτσι να δεχθεί τη λύτρωση που του προσφέρει ο Χριστός.

     Επειδή οι ακροατές ήταν «καλοί χριστιανοί», από αυτούς που προσέρχονται σε ακολουθίες και συνάξεις, μιλούσε συνεχώς για την «καλή ιδέα». Από μικρή ηλικία οι χριστιανοί χτίζουν ένα «είδωλο», μια υποκειμενική πραγματικότητα και εκεί πάνω στοιβάζουν τα καλά έργα και τις γνώσεις τους. Αυτό το «είδωλο» είναι ριζωμένο στη φιλαυτία με συμπλεγματικούς δεσμούς. Από πλευράς ψυχολογίας η «ιδεατή εικόνα» επηρεάζει παθολογικά την όλη συμπεριφορά του ανθρώπου και η αρρωστημένη φύση της δεν επιτρέπει στον άνθρωπο, να δει με διαύγεια το βάθος της ψυχής του. Η «καλή ιδέα» τελικά γίνεται εμπόδιο στην πνευματική ζωή, καθώς ο άνθρωπος πασχίζει να αποτινάξει την παθολογική πραγματικότητά του και προσπαθεί να την ανατρέψει αγωνιζόμενος εγωιστικά, ενώ ο Χριστός είπε «ὅταν ποιήσετε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Λκ 17,10).

     Αν ο Μέγας Βασίλειος στην ευχή της αναφοράς λέει «οὐ γὰρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθόν ἐπὶ τῆς γῆς», πόσο μάλλον εμείς που είμαστε πλήρεις αμαρτιών. Ό,τι αγαθό και αληθινό υπάρχει στον άνθρωπο είναι χάρισμα του Θεού και το μόνο που χρειάζεται ο άνθρωπος είναι να δείξει διάθεση, να πιστέψει. Ο π. Συμεών έλεγε συχνά ότι ο σύγχρονος χριστιανός «φυτοζωεί» και παραμένει στη μιζέρια του, ενώ η αληθινή χαρά ως καρπός του Αγίου Πνεύματος έρχεται μέσω της ευπρόθυμης υποταγής στον Χριστό, επειδή η υπέρβαση των ψυχικών νόσων γίνεται μόνο, αν ο άνθρωπος εμπιστευθεί κάποιον έξω από τον εαυτό του. Για να εξηγήσει πιο πρακτικά την αναγκαιότητα της υπακοής, ανέφερε συχνά το παράδειγμα του ασθενούς. Όταν ασθενεί κάποιος, αλλοιώνονται οι αισθήσεις του, όπως η γεύση, και όντως αισθάνεται πικρό το νόστιμο φαγητό. Πρέπει τότε να δείξει εμπιστοσύνη σε αυτόν που γνωρίζει εμπειρικά ότι τον αγαπάει, για παράδειγμα τη μητέρα του, και να κάνει την υπέρβαση παραμερίζοντας την εμπιστοσύνη στη λογική του.

     Ο άνθρωπος, μόνο αν δείξει ειλικρινή εμπιστοσύνη χωρίς ψυχαναγκασμούς, μπορεί να ταπεινωθεί και να παραδεχθεί το αμαρτωλό κατεστημένο του. Τότε το σύμπλεγμα κατωτερότητος γίνεται ταπείνωση, η κατάθλιψη γίνεται κατάνυξη και η απογοήτευση και οι τύψεις γίνονται μετάνοιαΧωρίς να φύγουν αυτά τα «στοιχειά», γίνονται έπειτα μέσα σωτηρίας. Παρατηρώντας συνεχώς ο ανυπότακτος άνθρωπος τον εγωισμό του κατανοεί ότι, μόνο αν ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού, μπορεί να κάνει χώρο στην καρδία του, για να εισέλθει η Χάρις του Θεού. Όσο «διαφεντεύει» το δικό του θέλημα στη ζωή του, δεν μπορεί να δεχθεί το θέλημα του Κυρίου.

     Ο πατήρ προχωρούσε σε βάθος στο θέμα της ορθοδόξου χριστιανικής ασκήσεως και έλεγε ότι ο άνθρωπος γεννιέται με τα πάθη και καλείται να βρει τη διάθεση να συσταυρωθεί με τον Χριστό και να περάσει μέσα από τον «τάφο», για να φτάσει στην ανάσταση. Η κάθαρση της ψυχής δεν έχει σχέση με τα ανθρώπινα κατορθώματα και ο όρος «επιτυχία» δεν υπάρχει στους πατέρες. Ο άνθρωπος καλείται να ταπεινωθεί και μέσω της υπακοής να κλαδευτεί και στο άγριο δένδρο της ψυχής του να μπολιαστεί ο Χριστός. Ο παλαιός άνθρωπος πρέπει να νεκρωθεί και ως ανακαινισμένος χριστιανός μόνον «ἐν τῷ Χριστῷ» μπορεί να ζήσει. Γι’ αυτό πολύ συχνά ανέφερε το «ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» (Εφ 5,14). Ο άνθρωπος πρέπει να έχει διαρκώς την αίσθηση της κοινωνίας με τον Θεό, όπως στον Θεάνθρωπο Χριστό η ανθρώπινη φύση κοινωνούσε άρρηκτα με τη θεία φύση. Ο άνθρωπος, όμως, δεν έχει διάθεση να αγαπήσει τον Χριστό και αντιμάχεται το θέλημά Του. Αλλά ο Χριστός από αγάπη χαρίζει δωρεάν τη λύτρωση, επειδή άπαξ θυσιάστηκε με τη Σταύρωσή του αίρων την αμαρτία του κόσμου. Ο άνθρωπος καλείται να υποταχθεί ελεύθερα στην Αγάπη του Χριστού και να γίνει κοινωνός της θεανθρώπινης ζωής του Χριστού «μένων ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ»· να ζει δηλαδή την καθημερινή του ζωή με ταπείνωση και αληθινή αγάπη προς τους αδελφούς και συγχρόνως να ζει μέσα στη χαρά του Θεού λέγων συνεχώς «λάλει, Κύριε, ὅτι ἀκούει ὁ δοῦλός σου» (Βασ Α΄ 3,9).

     Πολύ απλά εξηγούσε πώς θα γίνουν πράξη όλα αυτά στην καθημερινή ζωή. Τόνιζε συχνά το απόφθεγμα του αββά Μακαρίου «να αγαπάς κι ας μη έχεις αγάπη, να ταπεινώνεσαι κι ας μη έχεις ταπείνωση». Μέσω της ταπεινής συναίσθησης της αμαρτωλότητος ο αγωνιζόμενος χριστιανός οφείλει να κρίνει και να συμπεριφέρεται με συμπάθεια και κατανόηση και τελικά με αληθινή αγάπη. Όταν αισθάνεται ότι είναι ομοιοπαθής βλέποντας την πτώση του αδελφού, δεν ορμάει να τον μαλώσει ή να τον ελέγξει «από καθέδρας», αλλά αγωνίζεται να συγκρατήσει το πάθος του και αν δεν προλάβει, βλέπει τις κινήσεις της ψυχής του και ταπεινώνεται εκζητώντας τη συγχώρεση. Βάζει κάθε λίγο αρχή και, όσο βλέπει τις ακατέργαστες καταστάσεις της ψυχής του, συντρίβεται ενώπιον του Θεού και παραδεχόμενος την νέα πτυχή της κακίας του κόβει με πόνο το θέλημά του, για να αναπαύσει τον αδελφό. Κατά το πνεύμα του «Γεροντικού», ο πατήρ προέτρεπε να μην αναβάλλουμε την αρχή της μετανοίας, αλλά να βάζουμε συνεχώς αρχή κατά το «νῦν ρξάμην» (Ψλμ 76,11). Ο μόνος τρόπος, για να δεχθεί ο άνθρωπος το δώρο της αληθινής αγάπης, είναι να ενεργεί συνεχώς κατά το παράδειγμα της ενδοτριαδικής Αγάπης, όπως δηλαδή προσευχόταν ο Χριστός στην Γεθσημανή «οὐχ ὡς γὼ θέλω, ἀλλ΄ ὡς σύ» (Μτ. 26,39). Τελικά ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι απαρνούμενος τον εαυτό του μπορεί να ευλογηθεί από τον Θεό, ώστε να γίνει όντως ισορροπημένος με αληθινή χαρά και αγάπη στην καρδία του.

     Επειδή ο ίδιος περνούσε πολλές επίπονες καταστάσεις είτε ασθενώντας είτε εισπράττοντας στενάχωρες συμπεριφορές κακίας και εγωισμού εκ μέρους των αδελφών, δίδασκε ότι ο πόνος και οι δυσκολίες είναι αίτια ταπεινώσεως και λυτρώσεως. Ο Θεός οικονομεί να αισθανθεί ο άνθρωπος την αδυναμία του μέσα από τον σωματικό πόνο και τις ψυχολογικές καταστάσεις που βασανίζουν την ψυχή. Επειδή ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι σκληρόκαρδος και στενόψυχος και δεν παίρνει θετική και δεκτική στάση ενώπιον της Χάριτος του Θεού, επιτρέπει ο Θεός ταπεινωτικές καταστάσεις, που μαλακώνουν την καρδία. Ερμηνεύοντας τον αποκαλυπτικό λόγο του Χριστού προς τον άγιο Σιλουανό «κράτει τόν νοῦν σου στόν δη καί μή ἀπελπίζου», διευκρίνιζε ότι ο Θεός που οικονομεί την δοκιμασία και το βίωμα του άδου, χαρίζει και το βίωμα της ελπίδος.

     Ο πάτερ υπερτόνιζε τη συμμετοχή στη λειτουργική ζωή και την ανάγκη της γνώσεως του λόγου του Θεού. Για να έλθει διάθεση μετανοίας στον φιλήδονο άνθρωπο, πρέπει να επικοινωνεί με τον Θεό μέσα στις ακολουθίες της Εκκλησίας και, μόνο αν ακούει και ξανακούει τις αλήθειες του Θεού, μπορεί να αφυπνιστεί. Η βίωση των μυστηρίων της Εκκλησίας γίνεται «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι» και, όπως δίδασκε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είναι αληθινή, όταν γίνεται «αισθητώς». Γι’ αυτό και η προσέλευση στη θεία Ευχαριστία έλεγε ότι πρέπει να γίνεται «ἀξίως», δηλαδή με σχετική προετοιμασία, τακτική εξομολόγηση και συναίσθηση της αναξιότητος. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί ο φυγόπονος άνθρωπος να αγαπήσει τις λυτρωτικές εντολές του Θεού.

     Οι εντολές του Θεού δεν είναι μόνο ο δεκάλογος της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά όλα όσα εντέλλεται άμεσα ο Χριστός ή έμμεσα ως προτροπές που προκύπτουν από τη διδασκαλία του. Η τήρηση των εντολών του Χριστού δεν έχει δικανικό χαρακτήρα ούτε ωφελεί αν τηρούνται εξωτερικά. Κάποιες φορές οι χριστιανοί νομίζουν ότι τηρούν τις εντολές και επομένως ο Θεός οφείλει να τους ευλογήσει. Ο πονηρός άνθρωπος ακόμη και τη θεραπεία από τα ενοχλητικά πάθη την επιζητεί, για να βολευτεί και να γλιτώσει από τις στενάχωρες συνέπειές τους. Γι’ αυτό πρέπει με ειλικρίνεια να αποδεχθεί τη φιλαυτία του και την ηθελημένη άρνησή του να αγαπήσει το θέλημα του Θεού και να αφεθεί να τον φωτίσει ο Θεός. Ο εμπιστευόμενος τον εαυτό του στον Χριστό ζει «ἐν Χριστῷ» και πηγαίνει προς τον Θεό απογυμνωμένος από κάθε δικαίωμα και κάθε «αρετή» του. Η ζωή των αγίων δεν είναι για κάποιους που ευεργέτησε ξεχωριστά ο Θεός, αλλά για όλους τους πεπτωκότες ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να μετανοούν και να γίνονται όλο και πιο δεκτικοί της Χάριτος του Θεού, ώστε με την ελπίδα προς τον Χριστό να βιώνουν από αυτή την ζωή την Χαρά και την Αγάπη του Χριστού.

     Σε μια από τις τελευταίες πρακτικές του νουθεσίες έλεγε ότι, όταν μέσα στη θεία Λειτουργία ο ιερέας ευλογεί τον λαό, μεταδίδει την Χάριν του Θεού. Εκείνη την ώρα ο κάθε χριστιανός δεν μπορεί να μείνει απαθής και πρέπει να πάρει θέση, να τοποθετηθεί σε αυτή την ευλογία του Θεού. Ή θα πει «ναι» στον Θεό και θα γίνει δεκτικός της Χάριτος του Θεού ή θα πει «όχι» στον Θεό και θα φύγει από τον ναό ανεπηρέαστος. Ακόμη και τότε, όμως, έχει σημασία να αισθανθεί ότι είπε «όχι» στον Θεό και να επιστρέψει στο σπίτι του ταπεινωμένος και πιο ανεκτικός προς τους αδελφούς. Εν τέλει μόνο με την θυσιαστική αγάπη και την οδυνηρή εκκοπή θελήματος, χωρίς να κάνει το «θύμα», μπορεί ο χριστιανός να ζει στο σπίτι και στην εργασία του με ανάπαυση στην καρδία του. Και η ανάπαυση αυτή είναι του Χριστού κατά το λόγιο «δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Μτ. 11,28-30).

     Καθώς έφθινε η υγεία του, ανεγίνωσκε με τη βοήθεια των αδελφών κεφάλαια από πατερικά έργα και η ψυχή του διψούσε για τις αλήθειες του πνεύματος του Θεού. Ήθελε να έχει χρόνια μπροστά του, να μπορεί να διαβάζει ασταμάτητα. Έλεγε τότε: «εσείς που είστε νεότεροι, να διαβάζετε βιβλία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή, τα έργα των πατέρων· μη χάνετε τον καιρό σας. Οι ανθρώπινες γνώσεις χάνονται μαζί με τα κύτταρα του εγκεφάλου στον τάφο, ενώ οι γνώσεις και τα βιώματα του Θεού παραμένουν εις τον αιώνα. Ως άκτιστες ενέργειες δεν υπόκεινται στη φθορά και ως εκ τούτου είναι γνώσεις που μένουν και μετά θάνατον».

Ασθένεια και κοίμηση

     Την τελευταία δεκαετία της ζωής του το ταλαιπωρημένο και φιλάσθενο σώμα του άρχισε να αποδυναμώνεται βαθμιαία. Με πολύ κόπο συνέχιζε την εξομολόγηση τις τρεις περιόδους του εκκλησιαστικού έτους, Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο. Παρόλη την προθυμία του για καθημερινές ομιλίες, άρχισε να τις ελαττώνει σε συχνότητα και σε διάρκεια. Λειτουργούσε πιο αραιά και κοινωνούσε με το πετραχήλι του τις ημέρες που αισθανόταν αδυναμία. Συνέχιζε, όμως, να υπουργεί ενεργώς την πνευματική διακονία στην Εκκλησία, όσο του επέτρεπαν οι σωματικές του δυνάμεις.

     Όσο περνούσαν τα χρόνια, η καρδία του πληρωνόταν από την αγάπη του Θεού. Η παιδική του αγαθότητα δημιουργούσε μια αίσθηση γλυκύτητος. Το γηρασμένο πρόσωπό του κατάλευκο έλαμπε από την αγάπη προς τους ανθρώπους. Ακόμη και άνθρωποι που τον συναντούσαν πρώτη φορά ομολογούσαν την αληθινή αγάπη της αρχοντικής του καρδίας. Ο λόγος του ακόμη περισσότερο ακουγόταν ως λόγος σοφίας Θεού. Η εμπειρία της πολυετούς διακονίας του τον είχε αλλοιώσει και όποιος τον πλησίαζε, αισθανόταν την Χάριν του Θεού μέσα από τους πνευματικούς λόγους και τα σχόλια για τα γεγονότα της σύγχρονης πραγματικότητος.

     H καθημερινή ευθύνη των δύο μοναστικών αδελφοτήτων και η συνεχής ενασχόληση με τους καημούς και τα παθήματα των ανθρώπων τον ωθούσαν να ομιλήσει και να διαφωτίσει ακόμη πιο πολύ τα βάθη των ψυχών. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος, διάγοντας την ένατη και τελευταία δεκαετία της ζωής του,ήθελε να αφήσει ως παρακαταθήκη τους τελευταίους φωτισμένους λόγους του.Κάθε τόσο ανέφερε ότι «να, σε λίγο φεύγω από αυτή τη ζωή και θέλω να πούμε τα πράγματα πιο αληθινά»· και ο κόσμος τρόμαζε ερμηνεύοντας τα λόγια του ως προφητικά για άμεση εκδημία. Ο ίδιος πάντως συνέχιζε αγόγγυστα να ομιλεί και να εξομολογεί και μάλιστα με περισσότερο καημό αισθανόμενος τη σκληροκαρδία και την αμετανοησία των μαθητών του. Κατανοούσε ότι κάτι είχε γίνει όλα αυτά τα χρόνια στις ψυχές των ανθρώπων, αλλά δεν έβλεπε την καρποφορία που θα ανέμενε ανθρωπίνως. Όμως με την ελπίδα του στον Θεό, ομιλούσε ως στοργικός πατέρας μεταδίδοντας τα μηνύματα της αγάπης του Θεού. Όσοι τον ζούσαν από κοντά, αισθανόμενοι ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να επιδεινωθεί η υγεία του, αγωνιούσαν για μια τελευταία συνάντηση.

     Ήδη είχε αρχίσει να καταβάλλεται και να ταλαιπωρείται από σοβαρές ασθένειες. Πάντα τόνιζε πόσο σημαντικό είναι να έχει ο άνθρωπος «ἀνώδυνα καί ἀνεπαίσχυντα τέλη», αλλά ο Θεός οικονόμησε, όπως και άλλες φορές στη ζωή του, να εξαγιασθεί μέσα από την υπομονή στον πόνο. Εκείνο που σημάδεψε τα τέλη του πατρός, ήταν η τετραετής ασθένειά του. Στην ηλικία των 86 ετών, στις 28 Δεκεμβρίου του 2011 ο Θεός επέτρεψε κάτι αναπάντεχο. Τη νύκτα που σηκώθηκε λόγω υπογλυκαιμίας, έπεσε και έμεινε ακινητοποιημένος για περίπου δύο ώρες. Η αναστάτωση που επήλθε στον εξασθενημένο οργανισμό του άλλαξε καθοριστικά τη ζωή του και εισήλθε στην τελευταία περίοδο, τη φθίνουσα προς τον θάνατο και την ανοδική προς τον Χριστό, τον οποίο τόσο αγάπησε.

     Τους επόμενους μήνες έμελλε να περάσει μια μαρτυρική δοκιμασία. Ένας μετεωρισμός, ένα έντονο φούσκωμα δεν τον άφηνε σε ηρεμία. Ούτε να κοιμηθεί μπορούσε ούτε να φάει. Οι νύχτες ήταν βασανιστικές, γιατί ξυπνούσε κάθε λίγα λεπτά με πόνο και ταραχή. Αισθανόταν ότι ο Θεός εισακούοντας τις προσευχές του οικονόμησε να περάσει αυτή την επώδυνη κατάσταση, γιατί όπως έλεγε ο ίδιος, ένιωθε ως ο πιο αμαρτωλός από όλους. Αφού είχε αποκάμει τόσα χρόνια από τα παθήματα και τους πόνους των ανθρώπων που φορτώθηκε στον τράχηλό του, ήλθε και αυτή η φοβερή εμπειρία με τα συμπτώματα των διαφόρων ασθενειών που αλληλεπιδρούσαν στο ασθενικό του σώμα, για να βιώσει την άκρα ταπείνωση του Χριστού. Χωρίς να χάνει την ελπίδα του προς τον Χριστό, βίωνε ανθρωπίνως μια εγκατάλειψη. Ακόμη και το φαγητό γινόταν βασανιστικό. Αισθανόταν ότι κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει τι περνούσε. Περπατούσε υποβασταζόμενος και υπήκουε σε όλες τις προτροπές των πατέρων που τον διακονούσαν. Το νευρικό σύστημα καταπονημένο από τις πολλές επίπονες εμπειρίες δεν μπορούσε να βοηθήσει και να μειώσει την αίσθηση της θλίψεως. Ζούσε, όμως, για άλλη μια φορά τη λυτρωτική ενέργεια της υπακοής στο θέληματου Θεού και έλεγε «δεν πρέπει να γογγύσουμε, ξέρει ο Θεός». Με δάκρυα μετανοίας και συγχρόνως πόνου παρακαλούσε τον Θεό και την Παναγία να άρει αυτό το μαρτύριο.

     Η λύτρωση ήλθε ως θαύμα της Παναγίας τις ημέρες της Πεντηκοστής του 2012, καθώς την περίοδο αυτή προσκύνησε και προσευχήθηκε με δάκρυα στην Παναγία της Μηχανιώνας. Τα συμπτώματα άρχισαν να υποχωρούν και σταδιακά μπορούσε να τρώει και να κοιμάται. Όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις, πήγαινε στις ακολουθίες παρακολουθώντας μέσα από τα βιβλία τα νοήματα των ευχών και των τροπαρίων και συχνά ακουγόταν που έκλαιε ήρεμα με δάκρυα ευγνωμοσύνης. Σαν μικρό παιδί υποτασσόταν σε όσα απεφάσιζαν οι πατέρες με τη βοήθεια των ιατρών και με ευγνωμοσύνη ευχαριστούσε για την προθυμία τους. Ο ίδιος σε όλη του τη ζωή υπηρέτησε με την αληθινή αγάπη του και διεφώτισε με το ταπεινό και χαρισματικό του λόγο τους πάντες και τώρα δεχόταν αποδυναμωμένος να υπηρετείται πλέον από τα ίδια του τα παιδιά, αναμένοντας την ώρα που θα ανέβαινε στον ουρανό.

     Με γενναιότητα αντιμετώπιζε τους πόνους από τις διακυμάνσεις της υγείας του και συχνά ανέφερε ότι βγήκε πολύ καλό μέσα από όλη αυτή την δοκιμασία. Μίλησε για το μαρτύριο αυτό από την Ωραία Πύλη του ναού της Αγίας Τριάδος: «Όλο αυτό που μου συνέβη, είναι το καλύτερο που έγινε στη ζωή μου. Πολύ μεγάλη ευλογία, τόσο καλό βγήκε. Τόσο ένιωσα τον Κύριο να με αγαπά και να με κάνει να τον αγαπώ και να κλαίω για εκείνον ακολουθώντας εκείνον». Από αυτό το βήμα εξεφώνησε και τις τελευταίες ομιλίες, στις οποίες διάβαζε τα έργα του π. Σωφρονίου Σαχάρωφ και του αββά Δωροθέου σχολιάζοντας κάποιους στίχους. Από αυτές τις ομιλίες, αλλά κυρίως από τις συζητήσεις με τους πατέρες φαινόταν καθαρά ότι είχε πολλή διαύγεια, ιδίως στα πνευματικά θέματα. Συνέχισε λίγες μικρές συνάξεις με φοιτητές και στο πλαίσιο των συνάξεων αυτών περιέλαβε και την εξομολόγησή τους. Έκανε σχεδόν κάθε ημέρα συνάξεις στην ανδρική μοναχική αδελφότητα και λίγες στη γυναικεία. Καταλάβαινε ότι δεν είχε την ίδια συγκρότηση του λόγου όπως παλιά, αλλά συνέχιζε με πολλή αγάπη να συζητάει περί πνευματικών θεμάτων. Συχνά ενθυμούνταν το παράδειγμα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου για την υπακοή, με την εικόνα του υποτακτικού που προσπαθεί να πιει νερό από τις πηγές, αλλά δεν τα καταφέρνει και πληγώνει τα πόδια του στις πέτρες, καθώς τα μάτια του δεν έχουν καθαρθεί.

     Ήταν φανερό ότι είχε στρέψει τον νου του αποκλειστικά στον ουρανό. Τόνιζε συχνά ότι πρέπει να ενθυμούμαστε και να κοινωνούμε με τους κεκοιμημένους. Το εξασθενημένο του πρόσωπο είχε μια ιλαρότητα και μέσα στην ασθένειά του εξέπεμπε γαλήνια χαρά και ανάπαυση. Αρκούσε μόνο να τον βλέπεις. Την ώρα της ευχής «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με» και της παρακλήσεως στην Παναγία συγκινούνταν. Ήθελε να έχει δυνάμεις να ερμηνεύσει λέξη προς λέξη τα νοήματα. Αλλά το ασθενικό και γηρασμένο σώμα του, παρόλες τις φροντίδες, είχε φτάσει προς το τέλος του. Ένα εκτεταμένο έμφραγμα ήταν η αρχή για την πορεία προς την άλλη ζωή.

     Από τον Μάρτιο του 2015, καθώς άγγιξε τον θάνατο μέσα στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης, φαινόταν ότι είχε στραμμένο τον νου του μόνο στον ουρανό. Επανήλθε στο μοναστήρι, για να περάσει κοντά στα παιδιά του τις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του. Δεν χαμογελούσε και επικοινωνούσε μόνο για τα απαραίτητα. Ελάχιστες συζητήσεις και σύντομες εξομολογήσεις δεχόταν, χωρίς να λέει πολλά. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες λόγω κατάγματος καθηλώθηκε στο κρεβάτι και μόνο με καροτσάκι έβγαινε δύο φορές την ημέρα. Οι πατέρες τού παρείχαν όλη τη φροντίδα, για να αναπαύεται και να μην πονάει. Δεν ήθελε πλέον να τρώει και γινόταν εμφανές ότι αναχωρεί για την ουράνια ζωή. Έδινε την ευχή του σε όσους τον πλησίαζαν και κρατούσε το χέρι με αγάπη, σαν να ήθελε να πει πολλά. Ο νους του λειτουργούσε, αλλά το εξασθενημένο σώμα του δεν ακολουθούσε. Τις τελευταίες ημέρες σταμάτησε να μιλάει και δεν επικοινωνούσε ούτε με τα μάτια.

     Έσβηναν και οι ελάχιστες δυνάμεις του σώματός του και οι πατέρες διαισθάνθηκαν ότι ήλθε η ώρα του αποχωρισμού. Την παραμονή συγκεντρώθηκαν όλοι οι πατέρες και οι αδελφές από το γυναικείο ησυχαστήριο και, αφού τέλεσαν το μυστήριο του ευχελαίου, έψαλαν τον παρακλητικό κανόνα της Παναγίας και πήραν την ευχή του για τελευταία φορά. Ανέμεναν την ώρα της σεπτής του κοιμήσεως, καθώς έβλεπαν να βαραίνει η αναπνοή του. Όπως σε όλη του τη ζωή έδινε ολόκληρη την ύπαρξή του στο Θέλημα του Θεού και έλιωνε σαν λαμπάδα για την αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, έτσι και στην κοίμησή του έσβηνε σιγά σιγά, έσβηνε ήρεμα, ώσπου άφησε αθόρυβα την τελευταία του πνοή μέσα στο ιλαρό φως της αιωνίου καταπαύσεως. Εκοιμήθη «ἐν Κυρίῳ» τα ξημερώματα της 30ής Σεπτεμβρίου 2015.

     Το πρωί μεταφέρθηκε το σκήνωμά του στον ναό της αγίας Τριάδος, όπου τελέσθηκε λειτουργία και τρισάγιο. Το βράδυ έγινε ολονύκτια αγρυπνία με την ακολουθία της μοναχικής κηδείας. Η εξόδιος ακολουθία τελέσθηκε από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο με την παρουσία αρχιερέων, ιερέων, μοναχών και πλήθος λαού. Η ταφή έγινε απέναντι από τον ναό στο κοιμητήριο, το οποίο ο ίδιος είχε επιμεληθεί λίγα χρόνια πριν την κοίμησή του. Στον τάφο του χαράχτηκαν οι τρεις αγαπημένες του λέξεις, ταπείνωση, αφάνεια, σιωπή.

     Η αληθινή αγάπη του παραμένει χαραγμένη στις καρδιές των ανθρώπων που τον γνώρισαν και η ταπείνωσή του αποτελεί ανεξίτηλο παράδειγμα της «ἐν Χριστῷ ζωῆς». Όπως κάθε φωτισμένη και αγία ψυχή δεν μένει «ὑπό τὸ μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Μτ 5,15), έτσι και ο π. Συμεών άφησε τη ζωή του ως φωτεινό δείγμα της Χάριτος του Θεού. Μολονότι πάντοτε επεδίωκε να παραμένει αφανής, ο ζωντανός λόγος του φανερώνει τις εμπειρίες της σοφίας του Θεού σε όσους τον γνωρίζουν μετά την κοίμησή του. Όλοι μπορούν να γευθούν τις βιωματικές αλήθειες που περιέχονται στα ταπεινά βιβλία του και πλέον στη νέα ιστοσελίδα.